Oμιλία προς εκπροσώπους τύπου της Συνόδου Καθολικών Επισκοπών Ευρώπης (COMECE)

Εκτύπωση

Oμιλία προς εκπροσώπους τύπου της Συνόδου Καθολικών Επισκοπών Ευρώπης (COMECE)

25/6/2004

Καλωσορίζω με ιδιαίτερη θέρμη τους ακολούθους τύπου της COMECE, Συνόδου η οποία πράγματι εργάζεται για την θωρά-κιση της Ευρώπης με τις χριστιανικές αξίες.

Αυτές τις ημέρες, όλοι οι Ευρωπαίοι χαρήκαμε, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησε Σύνταγμα, το οποίο σημαίνει ότι έχει πλέον τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις να προχωρήσει και στην πολιτική ένωσή της. Η Ευρώπη έκανε ένα πολύ μεγάλο βήμα μετά την οικονομική ένωση που επιτύχαμε με το ευρώ. 

Αλλά και όλοι στενοχωρηθήκαμε, διότι δεν έγινε δυνατό να περάσει στο Σύνταγμα η αναφορά στον χριστιανισμό. Οι αρχηγοί των χωρών της Ευρώπης, στην πλειοψηφία τους, συμπεριφέρθηκαν ωσάν η Ευρώπη να μην έχει ιστορία, ωσάν ο πολιτισμός μας να γεννήθηκε μόλις χθες, από τους Κομισάριους (Commissairs) ίσως, μέσα σε κάποια αίθουσα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Commission Européenne). 

Όπως γνωρίζετε, το Σύνταγμα είναι προϊόν της ευρωπαϊκής κληρονομιάς υπέρ της οποίας αγωνιζόμαστε. Εδώ στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον δικό μας πολιτισμό, γεννήθηκε η αντίληψη ότι δεν αρκεί να έχουμε κράτος αλλά πρέπει να έχουμε πολιτεία, και πολιτεία έχεις μόνον εφ όσον υπάρχει νόμος που ορίζει τη συγκρότησή της, νόμος που τίθεται υπεράνω των διαθέσεων των εκάστοτε κρατούντων. Αυτός ο νόμος είναι το Σύνταγμα. Άρα λοιπόν, το ίδιο το γεγονός της έγκρισής του, δείχνει την εμμονή της Ευρώπης στην παράδοσή της. Η απόκρυψη του χριστιανισμού, της ελληνικής παιδείας και του ρωμαϊκού κράτους δικαίου, ως θεμελίων του ευρωπαϊκού πολιτισμού, δεν εκφράζει την ιστορική πραγματικότητα. 

Αποδείχθηκε όμως στην Ιρλανδία, ότι η πολιτική Ευρώπη δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της κληρονομιάς της. Αποδείχθηκε ότι είτε δεν θέλει να έχει ως οίακά της τις αξίες τις οποίες δίδαξε ο χριστιανισμός, είτε δεν θέλει να ομολογήσει ότι θα πρέπει να τις έχει. Αυτή η αποσιώπηση του χριστιανισμού, είναι εκφραστική μιας πραγματικότητος που ούτε μπορούμε, ούτε θα μας αφήσει να την αγνοούμε. Θα τη συναντούμε μπροστά μας καθημερινά. Διότι η άρνηση της ιστορίας, η προσπάθεια απάλειψης του παρελθόντος και των αξιών του, γίνεται μόνον από εκείνους που είτε έχουν λόγους να φοβούνται το παρελθόν, είτε θέλουν να κρύψουν το μέλλον που διαμορφώνουν. 

Έχοντας λοιπόν επίγνωση των όσων η αποσιώπηση της χριστιανικής ταυτότητος κρύβει ή υποδηλώνει, θα πρέπει τώρα να εκτιμήσουμε την κατάσταση, αρχίζοντας με μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσουμε τις δικές μας ευθύνες. Είναι πολλοί οι Ευρωπαίοι που δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν την οδύνη την οποία προκάλεσε η αποτρόπαιη ταύτιση της Εκκλησίας με μιαν εξουσία, με ένα απάνθρωπο καθεστώς ‒ ταύτιση που συνεχί-στηκε κι όταν ακόμη οι λαοί ξεσηκώθηκαν για την ανατροπή αυτού του καθεστώτος ζητώντας ψωμί και δικαιοσύνη. Μαζί με αυτούς είναι και όσοι λαοί δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν τα μίση και τις βιαιότητες, συχνά απερίγραπτες, τις οποίες δημιούργησαν οι αιματηρές διώξεις όσων για κάποιους λόγους αρνήθηκαν την Εκκλησία, όπως και όσοι υπέστησαν τους φανατισμούς και τους πολέμους που έγιναν στο όνομα της υπεράσπισης της Εκκλησίας. 

Είναι ευθύνη και υποχρέωση της Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά δεν διστάζω να πω ευθύνη και υποχρέωση της Εκκλησίας στο σύνολό της, να ζητήσουμε από τον Κύριο να μας συγχωρήσει διότι ρίξαμε την Εκκλησία Του στο επίπεδο που είχαν οδηγήσει την Παλαιά Εκκλησία ο Άννας και ο Καϊάφας. Ο Κύριος μιλούσε στους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους διδάσκοντάς τους την αλήθεια, ενώ εμείς, όχι σπάνια, εντοπίζαμε όσους διαφωνούσαν για να τους σταυρώσουμε. Ο λόγος μου αυτός ίσως φανεί σκληρός στα αυτιά πολλών χριστιανών. Εν τούτοις, η εξομολόγησή μας δεν πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μας δικαιολογεί στον Κύριο, αλλά με τρόπο που αποκαλύπτει τη συντριβή μας: «φρίξωμεν τοίνυν προσιόντες͵ εὐχαριστήσωμεν͵ προσπέσωμεν͵ ἐξομολογούμενοι τὰ πταίσματα ἡμῶν͵ δακρύσωμεν τὰ οἰκεῖα πενθοῦντες κακά»1. 

Η έγκριση του Συντάγματος έγινε δυνατή μόνον αφού το αίτημα για την αναφορά στον χριστιανισμό αποσύρθηκε, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τους πολιτικούς, δεν πρέπει να αποκτήσουμε το αίσθημα ότι βρίσκονται από τη μία μεριά αυτοί και από την άλλη εμείς. Είμαστε όλοι από την ίδια μεριά, από τη μεριά του ανθρώπου, που δεν μπορεί αυτός μόνος να δικαιώσει το πρόσωπο του Θεού μέσα του. Πρέπει να προσευχόμεθα γι αυτούς, όπως κάνουμε ήδη στη Θεία Λειτουργία, και να προσπαθούμε με κάθε γαλήνιο τρόπο, λαμβάνοντες υπ όψιν μας τις δυσκολίες του έργου τους, να τους βοηθήσουμε, επ' αγαθώ των λαών. 

Οι πολιτικοί, λοιπόν, κατέληξαν όπου κατέληξαν. Η Εκκλησία όμως έχει την ευθύνη να κρατήσει χριστιανική τη συνείδηση της Ευρώπης. Και θα ανταποκριθεί σε αυτήν. Διάβασα με πολύ προσοχή τo πρόσφατo μήνυμα του Πάπα προς τους Γερμανούς Επισκόπους, στο οποίο δηλώνεται κατηγορηματικά, ακόμη μια φορά, ότι «η Ευρώπη δεν είναι μια ευκαιριακή ένωση κρατών που έχουν μόνο έναν γεωγραφικό δεσμό. Παρά τις πολιτιστικές διαφορές των λαών της, η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει ως πνευματική ένωση, βασισμένη στις ανθρώπινες και χριστιανικές αξίες»2 .
"Europe is not an accidental union of states which have only a geographic nexus," John Paul II wrote. "Despite all its cultural differences, Europe must become increasingly a union of the spirit, based on human and Christian values." 

Ακριβώς αυτή τη θέση έχω υποστηρίξει σε πολλές ομιλίες μου, τα τελευταία 6 χρόνια κυρίως. Και σε αυτή τη βάση κινούμενος, παρακολουθώ προσωπικά το έργο της Εκκλησίας μας που απευθύνεται στην Ευρώπη.


Έχει σημασία να προσδιορίσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μέριμνά μας γι αυτήν δεν υποκρύπτει πεποίθηση στην ανωτερότητά του ευρωπαϊκού πολιτισμού έναντι των άλλων. Η μέριμνά μας είναι προϊόν του γεγονότος ότι η Εκκλησία είναι προσωποκεντρική, δηλαδή βλέπει τον άνθρωπο ως πρόσωπο, ως σχέση κι όχι ως όν ξεκομμένο από τον συνάνθρωπο, από την οικογένειά του, την πατρίδα του, την κουλτούρα του. 

Έτσι, οι Εκκλησίες της Ευρώπης οφείλουν να μεριμνούν για τη σύσφιξη των δεσμών της οικογένειας, όπως επίσης για τη διατήρηση των εθνικών ιδιοπροσωπιών και του κοινού, μολονότι όχι ενιαίου, ευρωπαϊκού πνεύματος. Υπό το πνεύμα αυτό, οι Εκκλησίες της Ευρώπης πρέπει να συναισθάνονται και να συμμερίζονται τον αγώνα των Εκκλησιών σε άλλα έθνη και πολιτισμούς για τη διατήρησή τους. 

Αναγκαίο εδώ να προσθέσω ότι η Εκκλησία πρέπει να αγωνισθεί για να καλλιεργήσει την ανοχή προς τη θρησκεία του άλλου, και να σεβαστεί τον πολιτισμό της. Είναι ανεπίτρεπτο να συνεχίζεται στις ημέρες μας η επίκληση της θρησκευτικής διαφοράς ως αιτία πολέμου ή εχθρότητας ή ακόμη ως αίτιο περιθωριοποίησης ομάδων συγκατοίκων μας.

Ευρισκόμενος στο Ισραήλ, σε ειρηνική επίσκεψη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, αμέσως μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, είχα ζητήσει τη σύγκλιση διαθρησκευτικής διάσκεψης με σκοπό την καταδίκη της επίκλησης της πίστης στη χρήση βίας. Είχα στο νου μου να προτείνω τη σύσταση ειδικού διαθρησκευτικού οργάνου, που αφ ενός θα μεσολαβούσε σε διενέξεις οι οποίες έχουν θρησκευτικό μανδύα, και αφ ετέρου θα εξέταζε καταστάσεις και θα συνιστούσε μέτρα για την αποφυγή θρησκευτικού αποκλεισμού ομάδων μεταναστών που ζουν μαζί με γηγενείς σε πόλεις και γειτονιές. 

Δυστυχώς, οι διαθρησκευτικές διασκέψεις που ακολούθησαν, δεν φαίνεται να είχαν ως συνέπεια άλλη από την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Κι αυτό όχι από ανικανότητα της Εκκλησίας, αλλά επειδή οι πολιτικοί δεν έχουν τη διάθεση ή τη δύναμη να σταματήσουν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, έναν πόλεμο που παράγει θρησκευτική αντίθεη, έναν πόλεμο που κατασπαράσσει το σώμα, και πρωτίστως την ψυχή, όλων ανεξαιρέτως των λαών της περιοχής. 

Αλλά δεν πρέπει η Εκκλησία να σταματήσει την προσπάθεια. Η βοήθεια προς τους εκεί δοκιμαζόμενους πληθυσμούς, την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος προωθεί με την οργάνωσή της «Αλληλεγγύη», είναι για εμάς όχι απλώς ανθρωπιστική πράξη αλλά πράξη που δείχνει τον Χριστό πάσχοντα επί του Σταυρού να ζητά από όλους μας έλεος και ειρήνη.

Με την ευκαιρία της εδώ παρουσίας σας, κάνω ακόμη μία φορά έκκληση για τη σύσταση ενός ειδικού διαθρησκευτικού οργάνου των χωρών μελών της ΕΕ, με αντικείμενο την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, εφ όσον αυτός προέρχεται από θρησκευτικές διαφορές. Δεν αρκεί να δίνουμε ρούχα και τρόφιμα στον μετανάστη. Έχουμε υποχρέωση να σεβόμαστε και να προστατεύουμε την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, το σεβασμό της προσωπικότητάς του, την ένωση της οικογένειάς του, την κοινωνική ένταξή του, τη μόρφωση των παιδιών του και βεβαίως την ασφάλειά του. Διότι, όπως ο άγιος Πατήρ μας δίδαξε, η στέρηση των ίσων δικαιωμάτων γίνεται αρχή και βάση φθόνου και κακοβουλίας από αυτόν που στερείται3 . Είναι επίσης απόλυτη και επείγουσα ανάγκη να θυμίσουμε σε κάθε χριστιανό ότι η ξενοφοβία και κυρίως η ξενηλασία, είναι θεμελιακά αντίθετες στη χριστιανική διδασκαλία. Όπως πολύ σωστά τονίζει σε σχετικό ανακοινωθέν της η Σύνοδός σας, η COMECE, «για τους χριστιανούς η αλληλεγγύη είναι έκφραση της πίστεώς των» 4. Pour les Chrétiens, la solidarité est l’expression de leur foi.

Μιλώντας για την Ενωμένη Ευρώπη των χριστιανικών αξιών, μιλούμε αυτονόητα και για την αγάπη προς τον ξένο, για τη συμπαράσταση προς τον βασανισμένο που μετανάστευσε σε μας προσπαθώντας να ταΐσει την οικογένειά του και ελπίζοντας σε δικαιοσύνη. 

Σε αυτό το έργο, η Εκκλησία της Ελλάδος θα χρειασθεί και τη δική σας συμπαράσταση. Και είμαστε όλοι βέβαιοι ότι θα ανταποκριθείτε με αμεσότητα και περίσσευμα καρδίας.

Εύχομαι σε όλους σας να έχετε καλή διαμονή και να επιστρέψετε στις χώρες σας με καλές εντυπώσεις. Παρακαλώ όλους σας να μεταφέρετε την βαθύτατη εκτίμηση της Εκκλησίας της Ελλάδος και εμού προσωπικώς στο έργο της COMECE. 

1.Ιωάν. Χρυσοστόμου, Εις την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος, 49.361.26-29
2.Pope Appeals to Europe to Be a "Union of Spirit", Zenit, 17.6.2004
3. Βασιλείου του Μεγάλου, Λόγοι ασκητικοί, Πανταχοῦ γὰρ ἡ τοῦ ἴσου στέρησις ἀρχὴ καὶ ὑπόθεσις φθόνου καὶ δυσμενείας τοῖς ἐλαττουμένοις γίνεται. 31.885.13 
4.COMECE, La Solidarité est l'Âme de l'Union Européenne , 29.4.2004

Wednesday the 12th.