Εκτύπωση

Δέκα χρόνια χωρίς Χριστόδουλο

 

Ο θαρραλέος λόγος του Χριστοδούλου

Συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Η θαρραλέα φωνή του λείπει από τον λαό μας. Φωνή σωτηρίας, παρηγορίας, ελπίδας. Φωνή αξιοπρέπειας και αλήθειας. Φωνή που εξέπεμπε ντόμπρα και καθαρά Πίστη και Ελλάδα, χωρίς εθνικισμούς και ακρότητες. Ο Αρχιεπίσκοπος μιλούσε με παρρησία χωρίς να φοβάται τις συνέπειες από τα «πεπυρωμένα βέλη» των εχθρών του εντός και εκτός της Εκκλησίας, εντός και εκτός των συνόρων της Ελλάδος.

          Η προσωπικότητά του κατέκτησε την πλειονοψηφία των Ελλήνων. Κατά τις κοσμικές δημοσκοπήσεις η αποδοχή του προσέγγιζε το πρωτοφανές και ακατάρριπτο έως σήμερα ποσοστό του 90% των πολιτών. Αυτό από το ιδεολογικοπολιτικό κατεστημένο θεωρήθηκε μέγιστος κίνδυνος. Έτσι από την ημέρα της εκλογής του έως τον θάνατό του άρχισε μια συστηματική επιχείρηση εξόντωσής του. Την ημέρα της εκλογής του υψηλό κυβερνητικό στέλεχος διεμήνυσε ότι η κυβέρνηση Σημίτη δεν θα τον αφήσει ανεξέλεγκτο να μιλάει...

          Λίγους μήνες μετά την εκλογή του και συγκεκριμένα στις 12 Δεκεμβρίου 1998, το περιοδικό Economist[1], σε ανταπόκρισή του από την Ελλάδα προέβη σε μια βίαιη σε βάρος του επίθεση. Τον κατηγόρησε, μεταξύ των άλλων, για εθνικισμό και λαϊκισμό. Η Ιερά Σύνοδος, δια του τότε Αρχιγραμματέως της και σήμερα Μητροπολίτου Καισαριανής κ. Δανιήλ, απάντησε αντικρούοντας ένα προς ένα τα όσα το περιοδικό ανέφερε. Η απάντηση του ουδέποτε δημοσιεύθηκε.

          Στις 5 Οκτωβρίου 1999, ενάμισι χρόνο από την εκλογή του, στην εισαγωγική του ομιλία στην Ιεραρχία ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σημείωσε τις αντιδράσεις που υπήρχαν στις ομιλίες του, όταν μιλούσε «για τα βιώματα του λαού και συντηρούσε τις μνήμες και τους οραματισμούς του». Και πρόσθεσε: « Θα μπορούσαμε να επιλέξουμε την οδό της διαχείρισης της ποιμαντικής μας θέσεως, αντί της ευθύνης της διακονίας μας. Θα μπορούσαμε να αρκούμεθα στην μακαριότητα της αυτάρκειάς μας και να μην ενοχλούμε κανέναν, για να μην έχουμε αντιδράσεις....Αν επρόκειτο εξ όλων αυτών που λέγονται ή γράφονται να τραυματισθή ή και να συντριβή το ιδικόν μου πρόσωπον μόνο, ίσως να επέλεγα τη σιωπή...Δεν έχω όμως το δικαίωμα να το πράξω, δεν έχω το δικαίωμα να σιωπήσω. Υπεράνω του προσώπου μου είναι η προστασία της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι μια μεγάλη πνευματική δύναμη, που ο λαός μας την έχει ανάγκη. Και εμείς οφείλουμε να του την προσφέρουμε με αγνότητα προθέσεων και με ανιδιοτέλεια επιδιώξεων». Στη συνέχεια της ίδιας ομιλίας του είπε: «Την παρρησίαν μου ουδέποτε υπέστειλα για να φαίνομαι αρεστός στους ισχυρούς. Μπροστά τους διακηρύττω την ευαγγελική αλήθεια, που όχι μόνο δεν «ψελλίζω», αλλά με στεντόρεια φωνή καλώ τους πάντες σε σύναξη πίστεως, αγάπης και αλληλεγγύης προς δόξαν Χριστού, στήριξη του Λαού και ενδυνάμωση της Πατρίδας».

          Περαίνοντας την ομιλία του ο τότε νέος ακόμη Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος διερωτήθηκε αν είναι τυχαία η σε βάρος του επίθεση «που συμπίπτει με τη διαμόρφωση νέων συνθηκών ζωής στη χώρα μας, όπου επιδιώκεται η αφομοίωσή μας στο βάραθρο της παγκοσμιοποίησης... Και όπου τα παραδοσιακά ερείσματα του Ελληνισμού, η Ορθοδοξία, η Παράδοση και η γλώσσα, επιδιώκεται να υποχωρήσουν και τελικώς να αχρηστευθούν» για να προσθέσει: «Ευρισκόμεθα στο μάτι του κυκλώνα. Άλλοι μελετούν πώς θα μας περιορίσουν, άλλοι πώς θα μας εκθέσουν και άλλοι πώς θα μας φιμώσουν».

          Το επόμενο έτος 2000 η κυβέρνηση Σημίτη αποφάσισε να βάλει μπρος το σχέδιό του να περιορίσει το κύρος του Αρχιεπισκόπου και της Εκκλησίας και την αποδοχή που είχε στο λαό. Ήγειρε λοιπόν το θέμα της κατάργησης της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Ήθελε να προκαλέσει και να ταπεινώσει την Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο. Στην Ιεραρχία[2] εξέφρασε την αντίθεσή του στα τεκταινόμενα από την κυβέρνηση και σημείωσε πως «μόνον μύωπες δεν κατανοούν ότι ευρισκόμεθα ενώπιον μιας νέας εικονομαχίας επιδιωκούσης την κατάλυσιν προαιωνίων πλαισίων εθνικής και κοινωνικής παρουσίας της Ορθοδοξίας εις το προσκήνιον των ιστορικών δρωμένων του έθνους και την αλλοτρίωσιν των συνειδήσεων του ελληνικού λαού και δη των νεωτέρων γενεών», για να προσθέσει: «Επηκολούθησεν ο γνωστός κονιορτός και η λάσπη, την οποίαν μετά μανίας ήρχισε να ρίπτη προς την πλευράν της Εκκλησίας η γνωστή μερίς του τύπου, γραπτού, προφορικού και ηλεκτρονικού, λάσπη η οποία κατευθύνεται κυρίως κατά του προσώπου ημών». Στα διλήμματα και στις επιφυλάξεις που εξέφρασε μερίδα Ιεραρχών απάντησε: «Είμεθα υπεύθυνοι ποιμένες του λαού και οφείλομεν να τον διδάξωμεν ότι χάριν της πίστεως ημών είμεθα έτοιμοι και εις το πυρ και εις τον θάνατον να χωρήσωμεν».

          Με καθημερινό πνευματικό πόλεμο κατά των κυριάρχων του κόσμου τούτου πέρασαν δέκα χρόνια ποιμαντορίας του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Στην Έδεσσα και λίγες ημέρες πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο μίλησε ενώπιον μεγάλου και ενθουσιώδους πλήθους λαού, όπως πάντα, για Χριστό και για Ελλάδα, για τη Μακεδονία. Στο τέλος της ομιλίας του είπε: «Δεν μπορώ να σιωπήσω όταν βλέπω να υπονομεύονται οι αξίες και οι αρχές του Πολιτισμού μας, η Θρησκεία μας, η Οικογένεια, η Παιδεία, η Πατρίδα μας. Όταν τα βλέπω αυτά να κινδυνεύουν δεν μπορώ να σιωπήσω. Δεν μπορώ να σιωπήσω, έστω και αν το ότι ομιλώ μου κοστίζει πολύ ακριβά».

          Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έως το τέλος της ζωής του δεν έπαυσε να ομιλεί δημόσια, μεταξύ των άλλων, για τη Μακεδονία και να τονώνει το ηθικό των Ελλήνων. Απεβίωσε πρόωρα και με παράξενο τρόπο. Από τον θάνατό του πολλοί ανακουφίστηκαν, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Αν αληθεύουν τα αναγραφόμενα στο Wikileaks η Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα πρόβλεψε σωστά το πότε θα πεθάνει και σημείωσε ότι η εκλογή του διαδόχου του «κατά πάσα πιθανότητα θα επηρεάσει τη συζήτηση θεμάτων πολιτικής και κυρίως το Μακεδονικό ζήτημα του ονόματος».

 

          Είπε και έγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

« Η Εκκλησία ενοχλεί κάθε φορά που έχει λόγο, ενοχλεί κάθε φορά που διεκδικεί για τον εαυτόν της να ομιλεί για θέματα, τα οποία ενδιαφέρουν το ποίμνιό της...Εμείς, σαν πνευματικοί πατέρες, μπορούμε να πούμε εάν πονάς και πεινάς...Και εσείς, που είστε τα πνευματικά μας παιδιά, θα μας ανεχθείτε σαν πνευματικούς πατέρες σας, όταν κοιτάμε να εισπράττουμε τον μισθό μας και να κάνουμε μία Λειτουργία στην Εκκλησία μας και για όλα τα άλλα αδιαφορούμε; Εμείς δεν θέλουμε να αυτοκαταργηθούμε...»     Κατανυκτικός Εσπερινός Ι.Ν. Αγίας Ειρήνης Γαλατσίου, 11 Μαρτίου 2007

« Η κρίση που διέρχεται η χώρα δεν είναι ουσιαστικά οικονομική, όπως συνήθως λέγεται...Στη βάση της είναι ηθική. Ο Σωκράτης το είχε διατυπώσει επιγραμματικά: ουκ από χρημάτων η αρετή, αλλ’ εκ της αρετής τα χρήματα». Επομένως όταν τα ήθη, η αρετή και το πνεύμα έχουν τεθεί στο περιθώριο, τότε όλα τα άλλα δεινοπαθούν...Χρόνια τώρα οι κάθε λογής τερμίτες κατέτρωγαν τα σωθικά του Γένους, γκρεμίζοντας τις βάσεις του πολιτισμού μας...Παντού επεβλήθη μία νέα τάξη πραγμάτων...Το αποτέλεσμα υπήρξε τραγικό. Το διαπιστώνουμε σήμερα».

         «Ελεύθερος Τύπος», 9 Ιουνίου 1990

  

         Ο Χριστόδουλος και η Μακεδονία

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη Μακεδονία. Σε πόλη της, στην Έδεσσα, ήταν και η τελευταία ομιλία του, στις 3 Ιουνίου 2007, ελάχιστες ημέρες πριν την εκδήλωση της ασθενείας του, στις 8 Ιουνίου, που τον οδήγησε στο τέλος της επίγειας ζωής του. Ένα μήνα πριν ( 29 Απριλίου – 6 Μαΐου 2007) είχε επισκεφθεί την άλλη του πολυαγαπημένη, την Εκκλησία της Κύπρου. Μακεδονία και Κύπρος οι δύο τελευταίες του επισκέψεις.

          Στην Έδεσσα είχε μεταβεί για να συμμετάσχει στην εκδήλωση μνήμης για τα 100 χρόνια από την δολοφονία των Μακεδονομάχων εθνομαρτύρων Τέλλου Άγρα και Αντωνίου Μίγγα. Στην ομιλία που είχε ετοιμάσει και προ της εκφωνήσεως της έκαμε ιδιόγραφες προσθήκες, που έχουν την ιστορική τους αξία.

          Η πρώτη ήταν: «Είμαστε όλοι εδώ ενωμένοι κάτω από την ευλογία του Θεού και της Εκκλησίας Του, για την απότιση του χρέους, της μνήμης και της αλήθειας, έναντι δύο Ελλήνων ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα, επειδή πιστεύουμε ότι η συντήρηση της ιστορικής μνήμης δεν αποτελεί παραχώρηση στη μισαλλοδοξία και στον φανατισμό, αλλ’ είναι ευλαβικό κερί, που τονίζει την ευγνωμοσύνη μας προς τους εθνικούς μας ήρωες και τονώνει το ηθικό και το πατριωτικό μας φρόνημα».

          Η δεύτερη ήταν: «Στα “πύρινα χρόνια” του Μακεδονικού Αγώνα κρίθηκε η ελληνικότητα αυτής της γης των Μακεδόνων, χωρίς να εξαγορασθή με ευτελές τίμημα καιροσκοπικής διπλωματίας, αλλ’ επιβεβαιωθείσα με αίμα και θυσία των άξιων παιδιών της και των απανταχού Ελλήνων, που προσέτρεξαν εθελοντικά και πολέμησαν με θαυμαστή αυτοθυσία για την αλήθεια και την τιμή».

          Η τρίτη προσθήκη του Αρχιεπισκόπου ήταν: « Αν οι ήρωες εσκέπτονταν όπως κάποιοι – ευτυχώς ολίγοι – την καλοπέρασή τους, τον συμβιβασμό και το συμφέρον τους, δεν θα είχαμε αυτήν την Πατρίδα. Την έχουμε επειδή πλήρωσαν γι’ αυτήν με τη ζωή τους οι Σαλαμινομάχοι, οι Θερμοπυλομάχοι, οι Τουρκομάχοι, οι Μακεδονομάχοι και όλοι οι αγωνιστές υπέρ Πίστεως και Πατρίδος».

          Η τέταρτη ιδιόχειρη προσθήκη του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ήταν: «Βαρειά η παρακαταθήκη και ασήκωτη η κληρονομιά των Μακεδονομάχων. Αυτήν σήμερα υποβαθμίζουν ή και καταδικάζουν εις μαρασμόν τα συμφέροντα των κριτών της γης και τα φερέφωνά των, που σε όλες τις κλίμακες κανοναρχούν το τροπάριο της ειρήνης, του διαλόγου, της ανεκτικότητας, της προσέγγισης λαών και πολιτισμών υπό έναν όρο: Την απάρνηση της ιστορίας μας, την απάλειψη των θυσιών των πατέρων μας, τον ευνουχισμό της νεολαίας, με την υπόσχεση του ευδαιμονισμού, της σεξομανίας και της δήθεν απελευθέρωσής τους από τα δεσμά της θρησκείας, των θεσμών, της οικογένειας. Έτσι όμως εκκολάπτονται ή επιχειρείται να εκκολαφθούν Εφιάλτες και Γραικύλοι, έτοιμοι να τα παραδώσουν όλα και να πουλήσουν τα ηθικά και εθνικά τους πρωτοτόκια στην αγορά των συνειδήσεων. Αλλ’ ευτυχώς η ελληνική ψυχή αντιστέκεται μέχρις ώρας. Καθήκον μας να την στηρίξουμε με όλες μας τις δυνάμεις».

 


[1] Το περιοδικό Economist ανήκει κατά το 50% στις οικογένειες Ρότσιλντ και Ανιέλι και, κατά την Wikipedia, είναι το παγκόσμιο ιδεολογικό όργανο της κουλτούρας του φιλελευθερισμού, ήτοι της παγκοσμιοποίησης, της νομιμοποίησης των ομοφυλοφιλικών σχέσεων, της ελεύθερης χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, της καταργήσεως των συνόρων. Η παγκόσμια κυκλοφορία του ξεπερνά το 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα. Το μισό από αυτά διατίθενται στις ΗΠΑ.

[2] Ομιλία του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ενώπιον της εκτάκτου Ι.Σ.Ι. της 6/6/2000

Saturday the 18th.