Εκτύπωση

Παρουσίαση

ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος & Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

τοῦ Ε΄ Τόμου τῶν Ἔργων (ἐκδόσεις Ἀκρίτας)

ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ

τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος

Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Δ Ο Υ Λ Ο Υ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ Β΄

Κάραβελ 15 Νοεμβρίου 2015

                                     

Καλοῦμαι ἀπόψε στήν σύναξη αὐτή τῶν ἐγκρίτων φιλιστόρων νά παρουσιάσω, προτιμῶ νά χρησιμοποιήσω τόν ὅρο νά σχολιάσω διότι εἶναι ἀκριβέστερος, τήν Δεύτερη Συλλογή τῆς Ἀρθρογραφίας τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Χριστοδούλου τοῦ Α΄ πού τιμώντας τόν Πρωθιεράρχη τῆς καθ’ Ἑλλάδα Ἐκκλησίας καί Πρῶτο καί Προκαθήμενο Αὐτῆς ἡ ἐξ ἧς ἐξελέγη Ἱερά Μητρόπολη Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ ἐξέδωσε τύποις μέ τήν φροντίδα τοῦ πεπνυμένου Μητροπολίτου καί Ποιμενάρχου αὐτῆς κυρίου Ἰγνατίου, διαδόχου στήν ἐκκλησιαστική διακονία τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου σ’ αὐτή καί τήν ἐπιμέλεια τοῦ φιλέργου Ἀρχιμανδρίτου κ. Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως.

* * * * *

Στά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πού συμπεριλαμβάνονται στόν Τόμο καί ἔχουν δημοσιευθεῖ σέ Ἐκκλησιαστικά Περιοδικά καί διάφορες ἡμερήσιες Ἐφημερίδες προτάσσονται τρία ἀξιόλογα κείμενα:

α΄. Τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου

β΄. Τοῦ ἐλλογίμου κ. Γεωργίου Παπαθανασοπούλου, Δημοσιογράφου

γ΄. Τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ Τόμου Ἀρχιμανδρίτου κ. Ἐπιφανίου Οἰκονόμου

Σ’ αὐτά ὁ πρῶτος ὁ Μητροπολίτης ἑρμηνεύει τά ἐλατήρια τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιεπισκόπου πού τόν ὤθησαν σ’ αὐτή τήν ἐκτεταμένη εὔστοχη καί πλούσια συγγραφή τῶν ἄρθρων. Τήν γραφίδα του κινοῦσε μόνο ἡ παλλομένη ἀπό ἀγωνία ψυχή του νά μήν ἀποφύγει τίς προκύπτουσες προσκλήσεις γιά τήν Ἐκκλησία, τήν κοινωνία, τήν παιδεία, τόν πολιτισμό, τήν πνευματικότητα, τήν πατρίδα.

Ἔσπευδε ὄχι ὡς πολυπράγμων, ἀλλά ὡς πνευματικός ἡγέτης νά καταθέσει τόν «ἀγαθό λόγο» τῶν γνώσεών του, τῆς ἐμπειρίας του, τοῦ προβληματισμοῦ του, τῆς ἀνησυχίας του. Συμμετεῖχε στόν δημόσιο διάλογο καί κατέθετε μέ ἰσχυρή ἐπιχειρηματολογία τίς ἀπόψεις του.

Ὁ δεύτερος σχολιαστής, ὁ δημοσιογράφος καταγράφει τήν συγγραφική του παραγωγή πού μαζί μέ τούς ἄλλους τέσσερις Τόμους μέ τά λοιπά ἔργα του καί τήν ἀρθρογραφία πού ἔχουν ἐκδοθεῖ χαρακτηρίζουν τόν δραστήριο σκαπανέα τοῦ πνεύματος καί ἔμπειρο ἀναλυτή τῆς σύνθετης εἰκόνας τῆς σύγχρονης πραγματικότητας καί τῶν συνθηκῶν ἀπό τίς ὁποῖες ἐπηρεάσθηκε.

Ὁ τρίτος καί ἐπιμελητής τοῦ τόμου πληροφορεῖ τόν ἀναγνώστη καί κάθε μελετητή σέ ποιά ἔντυπα δημοσιεύθηκαν τά ἄρθρα.

Συνεπῶς ὁ τόμος περιέχει ὅλες τίς χρήσιμες πληροφορίες. Γι αὐτό κι ἐγώ θά ἀποφύγω νά ἐπαναλάβω τά ἤδη γνωστά καί δημοσιευμένα.

* * * * *

Ποία λοιπόν θά εἶναι ἡ συμβολή μου στήν παροῦσα παρουσίαση; Ἐπειδή ἔζησα ὑπέρ τά τριάντα χρόνια δίπλα του 1974-2008 καί διηκόνησα τήν Ἐκκλησία ἀπό ἐξέχουσες ἐπιτελικές ἐκκλησιαστικές διακονίες γνωρίζω πολύ καλά πῶς αἰσθανόταν ὁ ἴδιος, ὅταν προέκυπταν τά προβλήματα κατά τήν ἄσκηση τῆς θεοφιλοῦς ποιμαντορίας του εἴτε στήν Ἱερά Μητρόπολη Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ εἴτε στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί τέλος στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔτσι θα ἐπισημάνω αὐτά πού ὅσοι διαβάσατε τά ἄρθρα θά διαπιστώσετε ὅτι προκύπτουν ἔκδηλα.

1)Δέν ἦταν ἡττοπαθής. Δέν παρῃτεῖτο, ὅταν εἶχε δίκαιο. Τό ὑπερασπιζόταν παντί σθένει. Ἀντίθετα πίστευε, ὅτι ὁ πνευματικός ἡγέτης προμαχεῖ, ὑπερασπίζεται, θυσιάζεται γιά τίς ἀρχές του. Ἔλεγε σέ κρίσιμες στιγμές «ὁ ποιμήν ὁ καλός ἔμπροσθεν τῶν προβάτων πορεύεται καί τά πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ» (Ἰώαννου ι΄ 11). Μᾶς συμβούλευε ὅτι δέν πρέπει νά εἴμαστε οὐραγοί τῆς κοινωνίας, ἀλλά ἐμπροσθοφυλακή καί ἀνιχνευτές.

2) Δεχόταν τίς ποικίλες προκλήσεις ὡς εὐκαιρίες νά διακηρύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔλεγε ὅτι «ἐάν σιωπήσω οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκᾶ ιθ΄ 40). Πίστευε, ὅτι ἔπρεπε ὁ ἴδιος ὄχι μόνον ὡς Ἀρχιεπίσκοπος, ἀλλά καί ὁ κάθε κληρικός νά εἶναι «ἕτοιμος νά δώσει λόγον παντί τῷ αἰτοῦντι περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (Α΄ Πέτρου γ΄, 15).

     Ὁ Χριστός ἔλεγε εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή, τό φῶς, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἐλπίδα, ἡ λύτρωσις, ἡ Ἀνάσταση. Αὐτά ἔχουν ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι τά προσόντα τῆς ζωῆς ἡ οὐσία τοῦ βίου πού πρέπει νά προβάλλουμε ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.

3) Δέν φοβήθηκε ποτέ τίς ἐπιθέσεις πού δέχθηκε παρά τήν πικρία πού τοῦ προκαλοῦσαν. Καί δέν ἦσαν λίγες, ἀλλά συνεχεῖς καί ἐπάλληλες, καθημερινές σ’ ὅ, τι κι ἄν ἔλεγε ἤ κι ἄν ἔπραττε. Ἕνα σύστημα ἐργαζόταν μεθοδικά ἀκατάπαυστα νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκθέτει, νά τόν κατακρίνει, νά τόν χλευάζει, νά τόν μειώνει. Ἔπτυαν στό πρόσωπό του καθημερινῶς. Ὁ ἴδιος ὅμως μᾶς ἔλεγε αὐτές μέ χαλιβδώνουν. Χρησιμοποιοῦσε τό παράδειγμα μέ τό καρφί πού ὅσο τό κτυπᾶς τόσο βαθύτερα εἰσέρχεται καί συνεπῶς δυσκολότερα ἀποτραβιέται. Ἐμένα μέ πολεμοῦν ἐπειδή θέλουν νά διαλύσουν τήν Ἐκκλησία ἔλεγε «πατάξω τόν ποιμένα καί διασκορπισθήσονται τά πρόβατα τῆς ποίμνης» (Ματθαίου κστ΄ 31)

4) Ἐνδιαφερόταν συνεχῶς γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί μᾶς συμβούλευε νά μήν ἀδιαφοροῦμε γιά τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων, τῆς κοινωνίας καί ἑνός ἑκάστου ἀνθρώπου. Πονοῦσε γιά τούς πάσχοντες, τούς παραπαίοντες νέους στά ναρκωτικά, στήν πορνεία, στόν παρασιτισμό, στήν ἀνεργία κατά τόν ἀποστολικό λόγο «τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Πρός Κορινθίους Β΄ ια΄, 29).

Ἐπαναλάμβανε συχνά τό ἀξίωμα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ὅτι ὕψιστος κριτής μετά τόν Θεό εἶναι ὁ λαός καί ὅπως «ὁ Θεός οὐ μυκτηρίζεται» (Πρός Γαλάτας στ΄, 7) τό ἴδιο καί ὁ λαός.

Ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα εἶναι αὐτό πού συμπεριλήφθη καί στό Σύνταγμα τῆς Πατρίδος μας ὅτι ἡ τήρησή του ἐπαφίεται στό λαό.

Βλέπετε, ὅτι οἱ πολιτικοί δανείζονται τούς κανόνες καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας ἐνῷ συγχρόνως ἀπαξιώνουν τήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή Της πού ἐνέπνευσε αὐτούς τούς κανόνες.

Γι’ αὐτό ὁ πιστός λαός τόν ἀγάπησε, τόν ἀποδέχθηκε, τόν ἄκουσε τόν πίστεψε καί τόν ἐμπιστεύθηκε .

5) Ἤθελε νά εἶναι ὅπως θά λέγαμε σήμερα ἐπίκαιρα ἐνεργός πολίτης. Θεωροῦσε ἀπαξίωση τήν ἀσφάλεια τῆς ἀπραξίας, νά παραμένει στό ὑποτιμητικό περιθώριο τῆς κοινωνίας καί τῆς ζωῆς. Ἡ δράση τόν ἔτρεφε. Ἡ κάθε ὥρα του, ἄν καί ποτέ δέν τοῦ ἐπαρκοῦσαν, ἦταν δημιουργική.

Ἐνθυμοῦμαι Χριστούγεννα μετά τήν λειτουργία νά κάθεται στό γραφεῖο του καί στό σπίτι, νά εἴμαστε συγκεντρωμένοι οἱ ἄμεσοι συνεργάτες του γιά τό ἑορταστικό γεῦμα κι ἐκεῖνος νά γράφει στήν γραφομηχανή ἄρθρα.

6) Ἡ αὐτοπεποίθησή του ὠθοῦσε τήν δημιουργικότητά του. Ὅσα ἀδυνατοῦσαν νά πράξουν ἄλλοι ἀναλάμβανε νά τά διεκπεραιώσει ὁ ἴδιος μέ ἐπιτυχία. Ἐργαζόταν νύχτα καί ἡμέρα.

7) Ἀντιμετώπιζε μέ μακροθυμία τίς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν του σέ τέτοιο σημεῖο πού μερικοί τήν παρεξηγοῦσαν θεωρώντας την ἀδυναμία του.

Παρέστην μάρτυς σέ σκηνές πού μερικοί ἀπό τούς πιό σκληρούς ἐπικριτές του καί μάλιστα γιά θέματα πού οἱ ἴδιοι παραποιοῦσαν σκόπιμα ἤρχοντο καί τοῦ ζητοῦσαν συγγνώμη. Κι ἐκεῖνος τούς ἔδιδε τήν εὐχή του.

8) Δέν ἔκρυψε ποτέ τίς ἀρχές του τίς σκέψεις του, τίς ἐπιδιώξεις του. Ὅπως μᾶς ἔλεγε «σκέπτομαι φωναχτά». Αὐτό πολλοί τό ἐκμεταλλεύτηκαν πιστεύοντας ὅτι κατά τό κοινῶς λεγόμενον «τόν ψάρευαν». Ἀλλά ὁ ἴδιος ἦταν ἕνα ἀνοιχτό βιβλίο.

Ἐμεῖς πού τόν ζήσαμε μπορούσαμε νά προβλέψουμε τήν ἀντιδρασή του ἤ τήν ἀπόφασή του σέ ὑποθέσεις πού τόν ἀπασχολοῦσαν.

Κρυφή διπλωματία, μηχανορραφίες, δολοπλοκίες, ὕπουλες ἐπιθέσεις ποτέ δέν χρησιμοποίησε ἴσως γι’ αὐτό ἦταν «εὐάλωτος» ἀπό τούς ἐπικριτές του.

Τίς μάχες τίς ἔδιδε κατά πρόσωπο μέ γενναιότητα, ἀξιοπρέπεια καί ὅλες τίς δυνάμεις του

9) Ἐνθουσιαζόταν ἀπό τά μεγάλα ὁράματα γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τήν κοινωνία, γιά τήν Πατρίδα, γιά τήν οἰκογένεια, γιά τήν παιδεία. Ἀντλοῦσε ἀπό τήν πνευματικότητα τῆς παραδόσεώς μας καί τῆς ἱστορίας μας ἐκκλησιαστικῆς καί ἐθνικῆς πρότυπα καί ἀγωνιζόταν νά τά προβάλλει ἐνώπιον πάντων.

10)  Ἐφήρμοζε τό«Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος... ἀπρόσκοπτοι γίνεσθε καὶ ᾿Ιουδαίοις καὶ ῞Ελλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι».(Πρός Κορινθίους Α΄ ι΄ 24, 32-33)  

Αἰσθανόταν ὅτι ὤφειλε νά φροντίζει ὅλους καί ὁ ἴδιος εἶχε παραιτηθεῖ ἀπό ὅλα. Δέν διεκδίκησε ὁ,τιδήποτε γιά τόν ἑαυτό του.

Wednesday the 23rd.