Εκτύπωση

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (1998-2008) ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ

 

Ὁμιλία κατά τήν παρουσίαση τοῦ ὁμότιτλου βιβλίου

τοῦ Δρ. Σωτηρίου Μπαλατσούκα

 

            Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί,

 

            Καθῆκον εὐγνωμοσύνης, μνήμης ἀλλά καί προβληματισμοῦ γιά τήν ζωή μας τόσο ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί ἐντός τῆς κοινωνίας καί τῆς πατρίδας μας μᾶς φέρνει ἀπόψε ἐδῶ, στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βόλου, στόν τόπο ὅπου ἔζησε ἐπί 24 χρόνια, δίπλα ἀπό τόν θρόνο ὅπου ἀρχιεράτευσε, ἀνάμεσα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τούς ὁποίους ἀγάπησε καί ποίμανε ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί τῆς ἰσχύος του, ἐγλύκανε μέ τόν λόγο του, ἔτερψε μέ τό ψάλσιμό του, ζέστανε μέ τήν φιλικότητα, τήν καλοσύνη καί τό εὔχαρες τῆς ψυχῆς του καί ἔκανε νά αἰσθανθοῦν τήν κατά Χριστόν πατρότητα καί υἱότητα ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χριστόδουλος, ὁ ἀπό Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ. Συμπληρώνονται αὔριο 6 χρόνια ἀπό τήν στιγμή πού ὁ Κύριός μας τόν κάλεσε κοντά Του καί ἡ μνήμη του παραμένει ζωντανή στίς καρδιές ὅλων ὅσων τόν γνωρίσαμε, ὅλων ὅσων εὐεργετηθήκαμε ἀπό αὐτόν. Καί εἶναι γεγονός ὅτι πολλοί ἀπό ἐμᾶς τοῦ ὀφείλουμε τίς πιό εὐλογημένες στιγμές τῆς ζωῆς μας, καθώς ἦταν αὐτός πού μᾶς ἔδωσε τήν εὐκαιρία νά ζήσουμε κοντά του καί νά γνωρίσουμε τί σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ», «ἄνθρωπος μέ χαρίσματα τά ὁποῖα δέν τά κρατᾶ γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά τά προσφέρει στό Θεό, τήν Ἐκκλησία, τόν πλησίον», «ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ ἀληθινά τήν πατρίδα», «ἄνθρωπος πού νά μήν ἀντέχει νά νιώθει τούς ἄλλους νά ἀσθενοῦν καί νά μήν ἀσθενεῖ καί ὁ ἴδιος».

Βρισκόμαστε λοιπόν ἀπόψε ἐδῶ γιά νά τιμήσουμε τήν μνήμη του καί τήν ἴδια στιγμή νά παρουσιάσουμε τό βιβλίο τοῦ ἀναπληρωτοῦ καθηγητοῦ Ἁγιολογίας στήν Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία Θεσσαλονίκης κ. Σωτηρίου Μπαλατσούκα, Χριστόδουλος: Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Πνευματικός Ἡγέτης». Ὁ συγγραφέας διετέλεσε ἄμεσος συνεργάτης τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Καί εἶναι σημαντικό ὅτι δέν λησμονεῖ τήν εὐλογημένη δεκαετία, κατά τήν ὁποία τόν διακόνησε ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἰδιαιτέρου του Γραφείου. Γνώρισε τούς ὁραματισμούς, τήν καθημερινότητα, τίς ἀγωνίες καί τίς ἐμπνεύσεις, τήν ἐπαφή μέ τόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους, σπουδαίους καί ἐπισήμους, ἀλλά καί ἁπλούς καί καθημερινούς, μέ τούς ὁποίους ὁ μακαριστός πρωθιεράρχης εἶχε ἐπικοινωνία. Ἔχοντας ἡ ταπεινότητά μας διακονήσει ὡς εἰσηγητής στό Ἰδιαίτερο Γραφεῖο τοῦ τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου καλῶς γνωρίζουμε τό καίριο σημεῖο αὐτῆς τῆς διακονίας: ὁ Χριστόδουλος γινόταν ἕνα μέ τόν κόσμο.

Εὐγενής, ἀρχοντικός ἐκ φύσεως καί χαρακτῆρος, δέν ἤθελε κανείς νά αἰσθάνεται περιφρονημένος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο. Θεωροῦσε χρέος του νά ἀπαντήσει σέ ὁποιαδήποτε ἐπιστολή λάμβανε, σέ ὁποιοδήποτε αἴτημα γινόταν κοινωνός, ἀκόμη καί ἄν δέν μποροῦσε νά εἶναι ἀρεστός πάντοτε. Θυμόμαστε τά ξενύχτια του, μπροστά σέ μία γραφομηχανή νά συντάσσει προσωπικές ἐπιστολές, ἀλλά καί νά δίνει χαρτάκια μέ σημειώσεις καί ὁδηγίες γιά νά ἑτοιμαστοῦν ἐπιστολές πρός ἀρχές καί ἐξουσίες, πρός Ἐπισκόπους καί ἐκκλησιαστικούς φορεῖς, πρός ὁποιονδήποτε μποροῦσε νά βοηθήσει κάποιον ἄνθρωπο. Καί τήν ἴδια στιγμή νά ἐκφράζει μέ ἐκείνη τήν θέρμη τῆς φωνῆς του, τήν μοναδικότητα ἀλλά καί τήν ἀποφασιστικότητα τοῦ ἡγέτη στόν ὁποῖο δέν μποροῦσες νά πεῖς ΟΧΙ ἤ νά ἀδιαφορήσεις τήν πατρική του προτροπή: «Νά εἶστε εὐγενεῖς μέ τούς ἀνθρώπους. Νά ἀπαντᾶτε σέ ὅ,τι σᾶς ζητοῦνε. Νά εἶστε εὐγενεῖς καί μέ τήν προϊσταμένη σας ἀρχή. Μέ τόν Ἐπίσκοπό σας. Νά στέλνετε εὐχές. Νά γράφετε τούς προβληματισμούς καί τίς δυσκολίες σας. Νά ἀπαντᾶτε στίς δικές του εὐχές καί στά δικά του γράμματα. Νά δείχνετε ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς εἶναι σημαντικό γεγονός γιά τόν ἄνθρωπο καί ἰδίως τόν ἱερέα. Μήν καταφρονεῖτε κανέναν».

            Ἦταν δύσκολο νά εἶναι κάποιος κοντά στό Χριστόδουλο. Ἦταν ἔργο κοπιῶδες καί ἐπίμοχθο. Θαυμάζαμε πάντοτε τήν ἀστείρευτη διάθεσή του. Τό ἀκούραστον τῆς ζωῆς του. Τήν δυνατότητά του νά παρακολουθεῖ τά πάντα. Νά διαβάζει τόν τύπο καί νά ἐνημερώνεται γιά κάθε ἐξέλιξη, τόσο στήν Ἐκκλησία ὅσο καί στόν κόσμο. Τήν γλωσσομάθειά του πού τόν βοηθοῦσε νά πληροφορεῖται τίς ἐξελίξεις στόν χριστιανικό κόσμο καί στά ἄλλα δόγματα. Τήν ὀξυδέρκειά του, τήν προβλεπτικότητά του, τήν ἱκανότητά του νά συνθέτει καί νά ἀναλύει μέ βάση τά ὅσα κατανοοῦσε, τήν πορεία τοῦ κόσμου. Καί ὅλα αὐτά νά τά συνδυάζει μέ τήν ἐπικοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους. Κατακτοῦσε τίς καρδιές ὅλων μέ τήν ἀγάπη, τήν θέρμη τῶν λόγων του, ἀλλά καί τήν μέριμνα γιά ὅλους, ὅπως ἐπίσης καί τήν μνήμη του. Θυμόταν τούς πάντες καί τά πάντα. Ρωτοῦσε γιά ὅλους. Γιά τίς οἰκογένειες, τά προβλήματα, τίς χαρές, τίς λύπες καί μετεῖχε στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ὅσο κανείς.

            Στιγμιότυπα αὐτῆς τῆς στάσεως ζωῆς καί τῆς ἐπικοινωνίας μέ τούς ἀνθρώπους ἀποτυπώνονται στό πολύτιμο ἀπό κάθε ἄποψη βιβλίο τοῦ κ. Μπαλατσούκα. Γραμμένο σέ ἁπλό καί ζεστό γλωσσικό ὕφος, ἀποτυπώνει τίς μνῆμες τοῦ συγγραφέα ἀπό τήν διακονία του δίπλα στόν μακαριστό. Ταυτόχρονα, ἀφήνει νά διαφανοῦν μέσα ἀπό τίς πνευματικές ὑποθῆκες τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡ βαθιά πίστη τοῦ Χριστοδούλου στόν Χριστό, ἡ ἀγάπη γιά τόν ὀρθόδοξο μοναχισμό, ἡ τιμή στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων, τό ἀνυποχώρητον στό ὀρθόδοξο δόγμα, ὁ σεβασμός στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὅτι βρισκόταν κοντά στόν ἄνθρωπο καί ἰδιαίτερα ἡ συνοδοιπορία του μέ τούς νέους, ὁ ἀγώνας του ὑπέρ τῆς πατρίδος, ἡ ἀγωνία του γιά τήν διάσωση τῆς ἑλληνορθόδοξης ταυτότητας καί αὐτοσυνειδησίας, οἱ προφητικές του διαπιστώσεις γιά τά δεινά τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί τήν ἀνάγκη ἀντιστάσεως σ’ αὐτήν, ἡ εὐαισθησία του γιά τό φυσικό περιβάλλον, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ἐνασχόλησή του μέ σύγχρονα προβλήματα ὅπως τά ναρκωτικά, τά ζητήματα βιοηθικῆς, τό δημογραφικό. Σέ ὅλα καταγράφεται ἡ κατάθεση ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς ζώσας καί ἐπίκαιρης μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας

Ἰδιαιτέρως συγκλονιστικό εἶναι τό κεφάλαιο τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν δοκιμασία τῆς ὑγείας τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Τόσο οἱ ἐπιστολές του πού παρατίθενται ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη καί τίς προσευχές ἐπισκόπων, μοναχῶν, ἁπλῶν ἀνθρώπων, ὅσο καί ἡ συγκλονιστική συνέντευξή του στήν ἐφημερίδα τῆς ὁμογένειας Ἐθνικός Κῆρυξ, λίγο μετά τήν ἔξοδό του ἀπό τό Ἀρεταίειο Νοσοκομεῖο τό καλοκαίρι τοῦ 2007, ἀποτελοῦν γιά τόν ἀναγνώστη τοῦ βιβλίου πολυτιμότατα κείμενα, στά ὁποῖα διαφαίνεται ὁ ἄνθρωπος Χριστόδουλος, ὁ Χριστόδουλος ὡς πιστός χριστιανός, ἀλλά καί ὁ Χριστόδουλος ὡς ὁ πνευματικός ἡγέτης πού ζητᾶ καί στήν πιό δύσκολη ὥρα τῆς ζωῆς τοῦ ὅ,τι ὑπηρέτησε καί ἀναζητοῦσε ἐν τῇ ἀκμῇ του: τήν Ἀλήθεια.

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: Πολλές φορές τίς ὧρες τῆς μοναξιᾶς καί τῆς περισυλλογῆς στήν ἐντατική Μονάδα τοῦ Νοσοκομείου, ἀλλά καί στόν θάλαμο νοσηλείας, ἦρθε στό νοῦ μου τό ἐρώτημα, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τελικά; Πῶς, ἀπό τήν μιά στιγμή στήν ἄλλη, εἶναι δυνατόν, ἀπό τήν ἀπόλυτη δράση νά βρεθεῖ στήν ἀπόλυτη ἀπραξία, ἀπό τήν ἀπόλυτη δύναμη καί ζωντάνια, στό ἄλλο ἄκρο, στήν ἀπόλυτη ἀδυναμία.

...Πιστεύω ὅτι ὅταν νιώσει κανείς τόν πόνο καί μάλιστα τόσο ἔντονα, μπορεῖ νά νιώσει καί τόν πόνο τῶν ἄλλων καλύτερα. Ὅταν βιώσει τό ἄλγος τῆς ἀσθενείας, μπορεῖ νά θαυμάσει καί νά ὑποκλιθεῖ σέ ἀνθρώπους, πού τό πεπρωμένο τῆς ζωῆς τούς ἐπέβαλε νά ζοῦν ὑπό διαρκεῖς συνθῆκες ἀσθενείας καί ἀδυναμίας.

Ὅταν, μάλιστα, γνωρίζει κάποιος ὅτι ἡ κατάστασή του εἶναι σοβαρή καί πρέπει νά δώσει μάχη γιά νά βγεῖ νικητής, τότε ἀγαπᾶ καί ἐκτιμᾶ περισσότερο τή ζωή, ἀγαπᾶ καί ἐκτιμᾶ περισσότερο καί τούς ἀνθρώπους, κυρίως ἐκείνους μέ τούς ὁποίους ἦρθε σέ σύγκρουση στό παρελθόν, ἐκείνους μέ τούς ὁποίους πικράθηκε, ἀπό τούς ὁποίους πόνεσε καί ὑπέφερε ἀκόμα. Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἡ ζωή εἶναι πολύ μικρή, καί, ταυτόχρονα, πολύ σπουδαία γιά νά χαραμίζεται σέ μικρότητες, γιά νά ἀπασχολεῖται μέ ἀνούσια πράγματα καί ὄχι μέ ἐκεῖνα πού καταξιώνουν καί διασφαλίζουν τό αἰώνιο μέλλον της.

Ὁ πόνος, τελικά, σέ φέρνει πιό κοντά στό Θεό, σέ καθιστᾶ δεκτικότερο τῆς χάριτός Του. Μίλησα πολλές φορές μαζί Του, ἴσως καί δυνατά κάποιες ἀπ΄ αὐτές, καί σίγουρα ἔνιωσα ἔντονη τήν παρουσία Του. Ἐκεῖνος μοῦ ἔδινε ὑπομονή, μέ ὅπλιζε μέ καρτερία, μέ ἐνδυνάμωνε μέ τήν ἐλπίδα τῆς νίκης, μέ ἔκανε νά πιστέψω ὅτι δέν πρέπει καί δέν μπορῶ νά τό βάλω κάτω, ὀφείλω νά παλέψω, ὄχι ἁπλά γιά νά θεραπευτῶ, ἀλλά γιά νά συνεχίσω νά Τόν ὑπηρετῶ, νά κάνω αὐτό πού ἔμαθα μιά ζωή νά κάνω, νά Τόν διακονῶ.

Κάτι τέτοιες στιγμές, ἐπίσης, περνοῦν μπροστά ἀπό τά μάτια, σάν σέ κινηματο-γραφική ταινία, στιγμές, πρόσωπα καί γεγονότα, ἡ περιπέτεια μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς, μέ τίς ἐπιτυχίες καί τά λάθη της. Κυρίως τά λάθη καί τά σφάλματα, οἱ παραλείψεις καί οἱ ἀστοχίες κάνουν πιό ἔντονη τήν ἐμφάνισή τους, μπορεῖς νά τά δεῖς πιό καθαρά καί ν’ ἀναμετρηθεῖς μαζί τους μέ περισσότερη εἰλικρίνεια. Στό κρεβάτι τοῦ πόνου μπορεῖς νά γνωρίσεις πιό εὔκολα τόν ἑαυτό σου, νά τόν κοιτάξεις κατάματα καί νά ὁδηγηθεῖς στήν αὐτογνωσία.

Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς στήν Ἑκκλησία, λέμε ὅτι ἡ ἀσθένεια εἶναι ἐπίσκεψη Θεοῦ καί πώς, ὅταν τήν ἀντιμετωπίζει κανείς μ’ αὐτή τή λογική, ὅσο μεγάλη καί βαριά κι ἄν εἶναι, τόσο περισσότερο ὠφελεῖται καί παιδαγωγεῖται» (σελ. 157-158).

Αὐτά τά λόγια τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου μας ἀποτελοῦν γιά ὅλους μας παρακαταθήκη ζωῆς καί ἀποτυπώνουν εἰσέτι τόν χαρακτήρα, τήν ζωή ἀλλά καί τήν βαθιά πίστη στό Θεό. Τήν ἴδια στιγμή ὁ συγγραφέας παραθέτει καί τό πῶς καί τό ποῦ αὐτά και ἄλλα λόγια ἔγιναν κείμενα καί βιβλία, 198 τόν ἀριθμό, καί πολλά ἄρθρα, ἐνῶ δέν διστάζει νά παραθέσει, σταχυολογῶντας, διδαχές τοῦ Πρωθιεράρχου.

«Στό μοναστήρι τῆς μετανοίας μου, ἄν καί γεννημένος στήν πόλη τῶν Ἁθηνῶν, καί χωρίς γνώση τῶν γεωργικῶν ἐργασιῶν, εἶχα ἀναλάβει τό διακόνημα νά σκάβω καί νά φυτεύσω μαζί μέ ἕναν ἐργάτη καί ὁρισμένους φοιτητές πού ἐθελοντικά μᾶς βοηθοῦσαν, διάφορα. Θυμᾶμαι λοιπόν τόν ἐργάτη ὁ ὁποῖος ἤξερε ἀπό φυτέματα, πού μᾶς ἔλεγε νά σκάψουμε βαθιά τούς λάκκους γιά νά ἀναπτυχθοῦνε τά δένδρα καί νά μήν ξεραθοῦνε ἤ νά μήν παρασυρθοῦνε ἀπό τό νερό. Ἤθελε κόπο καί ἱδρῶτα πολύ τό σκάψιμο τό βαθύ, ὅταν μάλιστα βρίσκαμε πέτρες πού ἔπρεπε νά ἀφαιρέσουμε γιά νά προχωρήσουμε τό σκάψιμο. Μοῦ ἔλεγε ὁ ἐν λόγῳ ἐργάτης γιά τό φύτεμα τῶν δένδρων λόγου χάριν πώς τρεῖς λάκκους εἶχε ἀνοίξει ὅλη τήν ἡμέρα σέ βραχῶδες μάλιστα ἔδαφος, τόσο βαθεῖς τούς ἔκανε. Ὅμως μόνο ἔτσι θά πετύχαινε τό φύτεμα, θά ἀναπτύσσονταν τά δένδρα καί θά καρποφοροῦσαν. Αὐτά μεταφέρετέ τα στίς ψυχές σας. Σκάψτε βαθιά, παιδιά μου, βγάλτε ἀπό τίς ψυχές σας κάθε πέτρα πού ἐμποδίζει σ’ αὐτές τό φύτεμα τοῦ Χριστοῦ μας καί νά εἶσθε βέβαιοι ὅτι θά εἶσθε εὐλογημένοι ἀπό τήν καρποφορία μέσῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». (σελ. 188)

«Ζῶ στήν Ἑκκλησία σημαίνει, δέν πιστεύω ἁπλά ὅτι ὑπάρχει ἕνας Θεός, ἀλλά κοινωνῶ μέ τήν ζωή Του καί ζῶ τήν παρουσία Του στό πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ μου, παλεύω γιά νά εἶναι ὁ ἄλλος, ὁ ἀδελφός μου καί ὁ Θεός μου. Ζῶ στήν Ἐκκλησία σημαίνει, ὅτι δέν μιλῶ γιά δικαιοσύνη, ἀλλά πασχίζω νά εἶμαι δίκαιος, δέν μιλῶ γιά ἀλήθεια, ἀλλά πασχίζω νά εἶμαι ἀληθινός, δέν μιλῶ γιά ἀγάπη, ἀλλά πασχίζω νά εἶμαι πλήρης ἀγάπης, πασχίζω ἡ ἀγάπη νά εἶναι τό ἦθος μου, ἡ μοναδική στάση ζωῆς μου». (σελ. 98)

Τό βιβλίο περιλαμβάνει ἀκόμη καί σελίδες ἀπό τήν βιογραφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, φωτογραφίες ἀπό σημαντικές στιγμές τῆς ζωῆς καί τῆς ποιμαντορίας του, ἀλλά καί αὐτόγραφες ἐπιστολές καί σημειώματα καί τήν ἴδια στιγμή πολύτιμο ἀρχειακό ὑλικό ἀπό τήν παρουσία τοῦ συγγραφέα κοντά στόν μακαριστό.

Συγχαίρουμε τόν συγγραφέα γιά τήν προσπάθειά του, ὅπως ἐπίσης καί γιά τό ὅτι παραμένει εὐγνώμων στόν Ἀρχιεπίσκοπό μας. Τόν εὐχαριστοῦμε γιατί θύμισε στιγμές μιᾶς ἀρχιεπισκοπείας πού ἔβγαλε τήν Ἐκκλησία στήν κοινωνία. Πού ἔκανε τούς ἁπλούς ἀνθρώπους νά βλέπουν καί νά ἀκοῦνε τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί νά τόν αἰσθάνονται οἰκεῖο, δικό τους, ἕναν ἀπό αὐτούς. Τούς μορφωμένους νά μήν μποροῦν νά ἀδιαφορήσουν γιά τόν λόγο του, ἀκόμη καί ὅσοι δέν τόν ἀποδέχτηκαν. Ἐκείνους πού ἀνέλαβαν νά εἶναι οἱ ἐχθροί του, στήν δοκιμασία του νά πηγαίνουν στό σπίτι του καί νά λαμβάνουν τήν συγχώρεση ἀπό τήν μεγάλη καρδιά του. Ὅλους ἐμᾶς τά πνευματικά του παιδιά νά καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ γιά ἐκεῖνον ὡς πνευματικό μας πατέρα καί ἐμπνευστή. Καί ὅλους τούς Ἕλληνες νά τόν προσφωνοῦν: «ὁ Χριστόδουλός μας».

Θέλουμε νά εὐχαριστήσουμε κι ἐσᾶς, Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιε, γιά τήν πρόσκληση καί τήν ἀγάπη σας, ὅπως ἐπίσης καί γιατί συνεχίζετε τό ἔργο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου στήν Μητρόπολη Δημητριάδος μέ τό δικό σας τρόπο, ἀλλά καί ἀκολουθῶντας πολλά ἀπό τά βήματα τά ὁποῖα ἐκεῖνος ξεκίνησε καί τοῦ ὁποίου κι ἐσεῖς ὑπήρξατε μαθητής καί συνοδοιπόρος. Τούς ἐκλεκτούς σας συνεργάτες. Τόν π. Ἐπιφάνιο Οἰκονόμου γιά τόν συντονισμό τῆς ἐκδηλώσεως. Τόν ἀγαπητό μας κ. Μιχάλη Τρίτο, κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἦταν φίλος καί συνεργάτης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Πρωτίστως ὅμως ὅλους ἐσᾶς ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, ὅπως καί ὅλους ὅσους βρίσκονται ἀπόψε ἐδῶ, ἀπό ἀγάπη στόν Χριστόδουλό μας, ἡ ὁποία ἀγάπη οὐδέποτε θά ἐκπέσει.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ὑπῆρξε ἀληθινός πνευματικός ἡγέτης. Τό βιβλίο πετυχαίνει νά καταδείξει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ἴσως ὅμως τό σπουδαιότερο μήνυμα πού μᾶς ἄφησε ὁ πνευματικός μας πατέρας εἶναι αὐτό πού καταγράφει σέ μία ἐπιστολή του στήν περίοδο τῆς δοκιμασίας του: «ἐμαυτόν ἔδωκα Θεῷ» (σελ. 165). Ναί, ἔδωσε τόν ἑαυτό του στόν Θεό. Καί μᾶς δίδαξε καί μᾶς διδάσκει ὅτι «οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῆ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει·  ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. Ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14, 7-8). Αὐτή ἄς εἶναι ἡ μεγάλη του παρακαταθήκη καί ἡ ἀφόρμηση γιά τόν ἀγώνα ὅλων μας. Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη του.      

 

Βόλος, 27 Ἰανουαρίου 2014

      

Wednesday the 18th.