Εκτύπωση

“ΠΕΡΑΣΑΝ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ”

 

Πρίν τρία χρόνια

Τά μάτια τά φεγγοβόλα ἔκλεισαν

Τό στόμα τό γλυκύφθογγο, ἐσίγησε

Ἡ γλῶσσα ἡ πύρινη ἔπαψε νά λαλῆ

Ἡ γεμάτη παλμό καρδία τοῦ μεγαλόψυχου Ἱερωμένου

καί γνήσιου Ἕλληνα, ἔπαψε νά χτυπᾶ.

28 Ἰανουαρίου 2008. Ὁ Χριστόδουλος ἐκοιμήθη.

 

Ὡς βροντή καί ἀστραπή διεπέρασε τόν Ἑλληνικό οὐρανό ἡ εἴδηση καί τό ἄκουσμα διέτρεξε τήν ὑφήλιο σύμπασα. Ὁ λεοντόψυχος, ὁ διαπρύσιος κῆρυξ τῶν Θείων ἀληθειῶν, ὁ ἀμύντωρ τῶν ἰδανικῶν τῆς φυλῆς μας, ὁ ἀκάματος ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. Ράγισαν οἱ καρδιές τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων, ὅπου γῆς καί οἱ καμπάνες τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος, ἄρχισαν τόν πένθιμο σκοπό τους, «τόν ἔπαινον αὐτοῦ ἐξαγγέλουσαι καί τόν θρῆνον διά τήν κατ’ ἄνθρωπον μεγάλην ἀπώλειαν, διαγγέλουσαι».

Τόν ἔκλαψαν μικροί καί μεγάλοι. Ὅσοι τόν ἐθαύμασαν, ὅσοι τόν πίστεψαν, ὅσοι τόν ἀγάπησαν, ὅσοι ἐμπνεύστηκαν ἀπ’αὐτόν, ἀλλά καί ὅσοι διεφώνησαν μαζί του ἤ ἀκόμα καί ὅσοι τόν πολέμησαν γιατί δέν ἄντεξαν τήν πεπαρρησιασμένη φωνή του. Ὅλοι ὅμως, ἀνεγνώρισαν τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του, τό γνήσιο τοῦ ἀγῶνα του, τό ἄδολό τῆς καρδίας του καί τό ἀνιοδιοτελές τῶν προθέσεών του.

Ὄντως, ἡ ἐπί γῆς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε πτωχότερη μέ τήν ἔξοδο ἐκ τοῦ βίου τούτου, τοῦ πολυκλαύστου Πρωθιεράρχου. Ἐλέχθη εὔστοχα, ὅτι σπανίως βλέπουν τό φῶς τοῦ ἡλίου τέτοιες χαρισματικές προσωπικότητες. Καί πράγματι, ὁ μακαριστός, ἦτο προικισμένος μέ ποικίλα τάλαντα καί χαρίσματα, τά ὁποῖα ἐκαλλιέργησε καί προσέφερε πρός δόξαν Θεοῦ καί εὔκλειαν τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί διά τούς ἀγώνας ὑπέρ τῆς φιλτάτης ἡμῶν Πατρίδος.

Τό νά μιλάῃ ὅμως κάποιος γιά ἔνα πρόσωπο χωρίς νά τό ἔχῃ ζήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἡ ἀναφορά θά εἶναι ὁπωσδήποτε ἐλλιπής, ἀφοῦ ἡ προσωπική σχέση δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τῆς ἀσφαλείας, ὡς πρός τήν γνώση τοῦ προσώπου καί γιατί ὄχι ὡς πρός τήν δίκαιη κρίση (πάντοτε βεβαίως κατά τά ἀνθρώπινα μέτρα) ἔναντι αὐτοῦ. Καί ἄν οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν, ἀγαπήσατε τόν Χριστόδουλο, γιατί ἀκούσατε τόν πύρινο λόγο του, ἤ συγκινηθήκατε ἀπό τήν φλογερή του στάση ἔναντι τῆς ἀληθοῦς ἡμῶν πίστεως καί τῶν ἀξιῶν τῆς φυλῆς μας καί τοῦ γένους μας, ἄν τόν ἐκλαύσατε γιατί σᾶς ἔλειψε ἡ πηγαία ἀγάπη καί ὁ αὐθορμητισμός του, ἄν τόν ἀναζητῆτε γιατί σᾶς λείπει τό γνήσιο χαμόγελό του ἔναντι παντός ἀνθρώπου καί κυρίως ἔναντί της νεολαίας, ἡ ὁποία στήν κυριολεξία κρεμάστηκε ἀπό τά χείλη του καί τόν πίστευσε γιατί μίλησε στά παιδιά μέ γλυκύτητα καί περίσσεια ἀγάπης, ὁ ὁμιλῶν, τόν ἔζησε ἐκ τοῦ σύνεγγυς καί εὐτύχησε νά εἶναι ἐκ τῶν στενωτέρων συνεργατῶν αὐτοῦ καί μάλιστα σέ πολύ δύσκολους καιρούς γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν κοινωνία μας καί ἰδιαίτερα σέ δύσκολες ὧρες γι’ αὐτόν τόν ἴδιο.

Ἡ συναναστροφή μαζί του ἦτο πνευματική ἀπόλαυση, ἡ συζήτηση μετ’αὐτοῦ ἀγαλλίαμα καρδίας, ἡ σενεργασία πηγή ἐμπνεύσεως καί χαρᾶς. Τό γέλιο του παράδεισος, τό δάκρυ του βάλσαμο παρηγοριᾶς, ἡ ἀγωνία του ἀφορμή νά κάνῃς γόνιμες σκέψεις καί νά προβληματιζεσαι γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἐκκλησία καί τήν κοινωνία μας. Ἡ ἐργασία του ἡμέρα καί νύκτα, ἤλεγχε τούς συνεργάτας του, ὅταν ἑκούσια ἤ ἀκούσια ἄφηναν ἀνεκμετάλλευτο τόν χρόνο τους.

Θά προσπαθήσω σήμερα, ὡς ἀπόδοση τιμῆς στό πρόσωπο τοῦ μεταστάντος Ἀρχιεπισκόπου καί ὡς ἀντιπελάργωση πνευματική, νά σκιαγραφήσω τόν ἄνδρα ὄχι ὅπως μοῦ τόν περιέγραψαν, ὄχι ὅπως ἤκουσα δι’ αὐτόν ἀπό πηγάς ποικίλας, ὄχι ὅπως ἐδιάβασα περί τῆς πληθωρικῆς προσωπικότητός του, ἀλλά ὅπως τόν ἔζησα ὡς συνεργάτης του κατά τήν διακονία μου, πλησίον του, ὡς Γραμματεύς καί Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διακονία γιά τήν ὁποία ἐκεῖνος μέ ἐπέλεξε καί στήν ὁποία τιμητικά μέ τοποθέτησε.

Θά κινηθῶ σέ τρία ἐπίπεδα περιγράφοντας τόν ἀοίδιμο Πρωθιεράρχη.

 

  •         Ὁ Χριστόδουλος ὡς ἄνθρωπος.
  •         Ὁ Χριστόδουλος ὡς Κληρικός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
  •         Ὁ Χριστόδουλος ὡς Ἕλληνας Κληρικός.

 

1.     «Ὡς χαρίεν ἐστ’ ἄνθρωπος, ἄν ἄνθρωπος ἦ...»

 

Ἄν γιά πολλούς θνητούς εὗρε τήν ἀλήθειά του ὁ λόγος αὐτός, θεωρῶ ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοδούλου, εὗρε τό πλήρωμά του. Τό θαλερό του πρόσωπο, ἡ χαρούμενη καί φεγγοβόλος ὄψη του, ὁ ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του χαιρετισμός πρός πάντα ἄθρωπο, μικρό ἤ μεγάλο, ἡ χαρά τήν ὁποία αἰσθανόταν ὅταν συναντοῦσε κάποιον κληρικό ἤ λαϊκό, αὐτό τό ἐγκάρδιο «καλημέρα», πού σπάνια τό αἰσθάνεσαι σήμερα, αὐτή ἡ λάμψη τῶν ὀφθαλμῶν του πού ἦταν ἀπαύγασμα τῆς ἀγαπώσης καρδίας του, ἔδινε τήν αἴσθηση ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε μιάν ἄλλη διάσταση τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία νοηματιζόταν ἀπό αὐτή τήν προσωπική χαριτωμένη καί οὐσιαστική σχέση ἀγάπης, ἄνευ τῆς ὁποίας ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι θά ἦτο ἀδύνατο νά ζήσῃ.

Αὐτός ὁ κοινωνικός, κατά Χριστόν καί κατ’ ἄνθρωπον, αὐθορμητισμός, τοῦ ἔδιδε τήν δυνατότητα νά γίνεται γιά τά παιδιά παιδί, γιά τούς ἐφήβους ἔφηβος, γιά τούς νέους νέος καί γιά τούς γέροντας, ὁ ἡδύς συνομιλητής των. Τό ρῆμα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου «γέγονα τοῖς πᾶσι τά πάντα...», ἦτο ἡ πυξίδα γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.

Ἦταν ἀληθινός καί ἀνεπιτήδευτος. Ποτέ δέν ἔκρυψε τά αἰσθήματά του, γιατί ποτέ δέν ὑπῆρξε ὑποκριτής.

Ἔχαιρε μετά χαιρόντων καί ἔκλαιε μετά κλαιόντων.

Διερωτώμην πολλές φορές, πῶς εἶναι δυνατόν αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά μεταφέρῃ ἐντός αὐτοῦ, τό κάθε τί καί νά τό βιώνῃ ὡς ἰδική του προσωπική ὑπόθεση. Προσελάμβανε τόν ἄλλον ὅπως ἦταν καί ἀμέσως ξεχείλιζαν ἀπό τό στόμα του, ἀπό τά μάτια του, ἀπό τό πρόσωπό του τά αἰσθήματα τῆς καρδίας του. Ἄλλοτε ἔχαιρε καί ἄλλοτε ἐδάκρυε. Μά πῶς, ὅλα αὐτά, τά κάνει κάποιος δικά του αἰσθήματα, πόνο, χαρά.... ἀγωνία καί τέλος ἀγῶνα γιά τόν ἄλλον, τόν συνάνθρωπό του; Πῶς τά κάνει, ἄν θέλετε προσευχή....; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι δύσκολη. Εἶναι ἁπλῆ. Ἀλλά θέλει λεβεντιά καί δύναμη γιά νά τολμήσῃς νά τήν ἐκστομίσῃς.

«Μόνο ἡ ἀγάπη κάνει τέτοια πράγματα...»

Βέβαια, ὅποιος ἀγαπάει μέ τήν θυσιαστική διάσταση τοῦ ὅρου, ὑποφέρει, πονάει, πορεύεται μόνος, ἀλλά ξεχωρίζει γιατί εἶναι ὄρθιος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι βαδίζουν γονατιστοί κοιτάζοντας τό χῶμα, ἤ γιά νά εἴπω ἀκριβέστερα, ἕρπουν.

Ὁ Μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος εἶχε ξεπεράσει τά πεζά καί εἶχε ἀνέλθει σέ οὐράνιες σφαῖρες, ζοῦσε σέ ἀλλους κόσμους.

 

2.          Ὁ Χριστόδουλος ὡς Κληρικός:

 

Ἄν ὁ ζῆλος γιά μία ἐργασία, γιά ἕνα λειτούργημα εἶναι ἡ βάση τῆς ἐπιτυχίας καί χαρακτηρίζει τά πρόσωπα πού ἔχουν τήν ἐνασχόλησή τους μέ κάποιο ἔργο, θεωρῶ ὅτι ἡ ψυχή τοῦ μακαριστοῦ Χριστοδούλου, κατεφλέγετο ἀπό αὐτή τήν ἄκρατη ἐσωτερική ἔκφραση πρός τόν Θεό καί τήν οὐσιαστική ἀφιέρωση πρός τήν μητέρα μας Ἁγία Ἐκκλησία. Τίποτε, ἀπ’ ὅτι  ἐφαίνετο, ἀπό κάθε πτυχή τῆς ζωῆς του δέν τόν συνεπῆρε περισσότερο ἀπό τήν φλόγα γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ὡς πολυτάλαντος καί χαρισματικός ἀνήρ καί ὡς πολυδιάστατος καί πολυσχιδής προσωπικότης, θά ἠδύνατο εὐκολώτατα νά ἀναπτύξῃ τίς δραστηριότητες του εἰς ἄλλους τομεῖς καί μάλιστα μετά θαυμαστῆς ἐπιτυχίας. Ὅμως, ἐπέλεξε τόν δύσκολο, τόν ἀνάντη, τόν μονήρη δρόμο τῆς ἰσαγγέλου πολιτείας καί τῆς ἱερατικῆς ζωῆς.

Ὅταν λειτουργοῦσε, εἶχεν ἀποκοπεῖ ἀπό τά πάντα καί ζοῦσε κυριολεκτικά τό, «πᾶσαν τήν βιωτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν». Ἐργασιομανής μέ ὅλην τήν σημασίαν τῆς λέξεως, ἠκούετο πολλάκις νά λέγῃ, τόσον κατά τάς εἰσηγήσεις του, πού ἀποτελοῦν πλέον μνημεῖα λόγου, ὅσον καί κατά τάς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις του, ὅτι πρέπει νά παύσωμε νά περνοῦμε, ὡς Κληρικοί, τίς ὧρες μας «στό ἀργόν ρῆμα» καί νά παύσωμε νά κινούμεθα μέ  «ἀργόν βῆμα».

 

Ὁ Χριστόδουλς ὡς Ἀρχιεπίσκοπος, ἦταν ξεχωριστός.

Ἔλεγε σέ εἰσήγησή του στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας.

«Ὁ ἑκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ὁ πρῶτος ὑπεύθυνος, ὁ πρῶτος ἀχθοφόρος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πρώτη συνισταμένη τῶν δυνάμεων τῆς Ἱεραρχίας, ὁ πρῶτος συνδετικός κρίκος ὅλων, ὁ πρῶτος ὑπόλογος γιά τήν πορεία τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πρῶτος σταυροφόρος, ὁ πρῶτος ἐπικρινόμενος. Πρῶτος πρωτοστατεῖ στή φανέρωση τοῦ δυναμικοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί στήν ἀδιάλειπτη διακονία τοῦ λόγου τῆς Ἀληθείας...» . Ἀπό τούς λόγους του αὐτούς κατανοοῦμε πλήρως τόν ἀγῶνα πού εἶχε ἐπωμισθεῖ ὁ μακαριστός, ἀλλά καί τήν ἀγωνία γιά τήν ἐπιτυχῆ ἔκβαση αὐτοῦ του ἀγῶνος.

Πορεύτηκε μέ σεβασμό στό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας, δίδοντας τήν δυνατότητα στούς Συνοδικούς Συνέδρους, τόσο κατά τάς συνεδρίας τῆς Δ.Ι.Σ. ὅσο καί κατ’αὐτάς τῆς Ι.Σ.Ι. , νά ἐκφράζωνται ἐλεύθερα, παρ’ ὅτι πολλές φορές ἐγένετο κατάχρηση τοῦ χρόνου ἤ καί ἄλλων κανόνων τῆς λειτουργίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀκόμα καί ὅταν ὁ Ἀρχιγραμματεύς, ἐν προκειμένῳ ὁ ὁμιλῶν, ὑπεδείκνυε εὐλαβῶς, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα.

Ὁ λόγος του ἦταν ἀφυπνιστικός, δυναμικός, πνευματικός, ἐλεγκτικός, τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν καί διά τοῦτο πολλάκις ἐνοχλοῦσε. Τάραξε τά λιμνάζοντα ὕδατα. Οἱ βολεμένοι στίς θέσεις τους ἀνησύχησαν. Ὅσοι εἶχαν «ἀποκοιμίσει» ἤ παραπλανήσει τόν Λαό συσπειρώθηκαν έναντίον του. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε λόγο, δύναμη, ἰσχύ, ἀλλά αὐτό δέν συνέφερε κάποιους. Βεβαίως πάντοτε, ἡ Ἐκκλησία, εἶχε καί δύναμη καί φωνή, ὅμως ὁ Χριστόδουλος, ἔδωσε ὤθηση στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκανε καί ἐκείνους πού δέν εἶχαν διάθεση ἑκούσια ἤ ἀκούσια νά ἀκούσουν , νά προσέξουν μετ’ ἐνδιαφέροντος αὐτή τή φωνή, πού ἦταν ἡ ἄλλη φωνή μέσα στό σύγχρονο κόσμο. Φωνή συγχρόνως γεμάτη παλμό, σφρῖγος, ἐνθουσιασμό. Φωνή γιά τό ποιός εἶναι ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος, ἡ Ἐκκλησία, ποιός ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς νεκροθάφτου, ἀλλά ὡς πηγῆς ζωῆς καί χαρᾶς γιά τόν νῦν αἰῶνα καί ἐλπίδος καί πίστεως γιά τό ἐπέκεινα, γιά τήν ἀνάσταση, γιά τήν αἰωνιότητα.

Αὐτό ἐτάραξε πολλούς πού ἐνῶ ἐγνώριζαν τή δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, εἶχαν συμφέρον νά θέλουν μιά Ἐκκλησία σιωπῶσα  καί ἄνευρη. Συνάχθηκαν ἐπί Χριστοδούλου οἱ πιστοί μέσα στήν Ἐκκλησία, μικροί καί μεγάλοι. Τούς συσπείρωσε ἡ φωνή καί ἡ καρδιά τοῦ πνευματικοῦ τους Ἡγέτου. Αὐτό θορύβησε καί ἀνησύχησε ὅλους ὅσοι, μέ δῆθεν, ἐνδιαφέρον φώναζαν καί φωνάζουν γιά μιά ζῶσα, γιά μία δυναμική Ἐκκλησία καί οἱ ὁποῖοι ἦταν καί εἶναι ἕτοιμοι κάθε φορά νά εἴπουν : «Τί κάνει ἡ Ἐκκλησία; Ποῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία;» Μά ὅταν ἡ Ἐκκλησία βγῆκε στό προσκήνιο, φοβήθηκαν, καί θέλησαν νά πνίξουν αὐτή τή φωνή. Ἄρχισε ἡ παραποίηση τῆς ἀλήθειας, ἡ ἀμφισβήτηση, οἱ βολές ἐναντίον τοῦ πρώτου καί αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλησίας.

Τό μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγε ὁ Χριστόδουλος, ἔγκειται στήν Ἐλευθερία. Στό νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά ἐκφράζῃ ἐλεύθερα καί ὑπεύθυνα τίς ἀπόψεις του, νά ἔχῃ λόγο γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί γιά τά κοινωνικά θέματα, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν τήν ἐπικαιρότητα.

 

3.          Ὁ Χριστόδουλος ὡς Ἕλλην Κληρικός.

 

Τό σημεῖο ὅμως πού ἡ Ἱστορία θά γονατίσῃ εὐλαβικά μπροστά στό Χριστόδουλο, εἶναι ἡ ἀγάπη του γιά τήν Ἑλλάδα, τήν ἔνδοξη καί αἱματοβαμμένη πατρίδα μας, τήν ὁποία περιπαθῶς ἀγάπησε καί γιά τήν ὁποία ἦταν ἕτοιμος ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀναλάβῃ οἱονδήποτε ἀγῶνα καί νά δώσῃ καί αὐτό, ἀκόμα, τό αἷμα του. Πανεθνική καί ἀΐδιος θά εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη πρός τό πρόσωπό του, γιά ὅ,τι ἔκανε γιά τήν πολυαγαπημένη χώρα μας, γιά τήν κραυγή ἀγωνίας του, γιά τά δίκαια τῆς φυλῆς μας, γιά τίς ἀξίες τοῦ γένους μας, γιά τήν ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας, γιά τή γλῶσσα μας, γιά τό δημογραφικό, τήν παράδοση τοῦ τόπου μας καί τήν διατήρηση αὐτῆς τῆς φύτρας, ἀτόφιας μέσα στήν ἀπειλή τῆς παγκοσμιοποίησης τήν ὁποία εὐφυῶς παρομοίαζε, στίς συγκλονιστικές ὁμιλίες του, μέ τήν μηχανή πού ἀλέθει καί πολτοποιεῖ τά πάντα, καί ἡ ὁποία σκοπόν ἔχει νά χαθοῦν τά ἴχνη καί οἱ ρίζες αὐτοῦ τοῦ χιλιοβασανισμένου καί χιλιοαγωνισμένου γιά τήν λευτεριά τοῦ Λαοῦ μας.

Ἔλεγε: «Τά μηνύματα τῶν καιρῶν ζητοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία νά στηρίξη καί σήμερα τό Γένος, ὅπως τό ἔπραξε ἐπί αἰῶνες. Ἡ χώρα μας τά προσεχῆ ἔτη θά γνωρίσῃ θεαματικές ἀλλαγές. Οἱ πόλεις καί τά χωριά, οἱ μεταφορές καί οἱ ἐπικοινωνίες, τό νόμισμα καί ἡ ἀνάπτυξη, οἱ νοοτροπίες καί οἱ συμπεριφορές θά ἀλλάξουν ριζικά. Τά αὐτονόητα ὑποχωροῦν, δέν ἰσχύουν πιά. Ὅμως τό Ἔθνος πρέπει νά ζήσῃ. Μέσα στό συνεχῶς μεταβαλλόμενο κόσμο, τό πρόβλημα τῆς ἱστορικῆς διάρκειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ προβάλλει ἀπειλητικό καί ἀγωνιῶδες. Στήν ἱστορική του διαδρομή τό Ἔθνος μας, ἀπό νωρίς συνταυτίστηκε μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ἔμεινε μέχρι σήμερα μ’αὐτήν στενά συνυφασμένο. Ἡ ἔννοια τοῦ Γένους ἀναδύθηκε μέσα ἀπό τήν ὑπόδουλη πατρίδα, τήν κοινή Ὀρθόδοξη πίστη καί τήν κοινή Ἑλληνική μας γλῶσσα...»

Αὐτή ἡ φωνή, ὡς βροντή ὑδάτων πολλῶν, ξεσήκωσε τά πλήθη. Τοῦτο κάποιοι δέν τοῦ τό συγχώρησαν ποτέ. Ἐκεῖνοι πού ἤθελαν καί θέλουν ἄνευρη καί σιωπηλή τήν Ἐκκλησία, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς μετοχή καί λόγο στά κοινωνικά δρώμενα, τόν πολέμησαν. Τούς ἦταν δύσχρηστος. «Ἐνεδρεύσωμεν τόν δίκαιον»,εἶπαν, «ὅτι δύσχρηστος ἐστίν ἡμῖν καί ἐναντιοῦται τοῖς ἔργοις ἡμῶν...»

Τόν ἐπίκραναν, ἀλλ’ ὅμως δέν ἐκάμφθη. Τόν στενοχώρησαν, ἀλλ’ὅμως δέν ἐλύγισε. Τόν ἔκαμαν νά δακρύσῃ, ἀλλ’ὅμως δέν ἀπεγοητεύθη. Τόν εἶπαν ἐθνικιστή, μά κεῖνος γι’αὐτό τόν τόπο πού τόσο ἀγάπησε, φώναξε μέ ρίγος ψυχῆς, ἀγωνίστηκε καί πόνεσε πολύ, χωρίς ὅμως νά πάψῃ νά ἀγαπάῃ ὅλο τόν κόσμο.

  •                     Ἦλθεν ὅμως ἡ στιγμή πού ἄρχισε νά γράφεται ὁ ἐπίλογος τῆς πολυτάραχης ζωῆς καί δράσεως τοῦ ἀγωνιστῆ, τοῦ ἥρωα, τοῦ Ὀρθοδόξου, τοῦ Ἕλληνα παπᾶ. Τοῦ θρησκευτικοῦ Ἡγέτη πού μαγνήτισε καί ἔθελξε μέ τήν πολυδιάστατη καί χαρισματική προσωπικότητά του, τοῦ ἀνθρώπου πού ἐνέπνευσε καί ξεσήκωσε τά πλήθη γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα. Ἦλθε ἡ ὥρα, «νά λυθῆ ἡ τοῦ βίου του πανήγυρις», μέσα ἀπό τήν δοκιμασία τῆς ἀσθένειας πού τόν ἔκανε νά λάμψῃ σάν τό χρυσάφι, πού δοκιμάστηκε μέσα στό χωνευτήρι. Ἡ ὑπομονή του καί ἀγάπη του, ἡ δίψα γιά τήν ὄντως ζωή, τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του, ἡ ἐπιθυμία νά ἀγωνιστῇ γιά ὅ,τι ἀγάπησε μέχρι τήν τελευταία του πνοή, τόν κατέστησαν μοναδικό καί ἐπεκύρωσαν θριαμβευτικά τούς ἀγῶνες τῆς ὡραίας καί φωτοφόρου, τῆς ἀγωνιστικῆς του πορείας.

Ἦταν λίγες ἡμέρες πρό τοῦ τέλους. Μία ἀπό τίς πολλές φορές πού θά πήγαινα νά τόν ἐπισκεφθῶ γιά νά ἐκφράσω τό σεβασμό καί τήν ἀγάπη μου. Ἦταν ἡ τελευταία φορά. Τό γνώριζα... Φαινόταν... στά μάτια του, στό γύρω χῶρο, στή γῆ... στόν οὐρανό... Ἡ γῆ βουρκωμένη περίμενε τό τέλος, σ’αὐτό τό μάταιο κόσμο, τῆς ζωῆς ἑνός παιδιοῦ της πού βημάτισε περήφανα καί ξάστερα καί μέ ψηλά τό κεφάλι. Αὐτό ἴσως τήν πλήγωνε τήν γῆ, περισσότερο γιατί ἔχανε τόν βασιλικό καί τόν σταυραετό της. Πόσοι, ποιοί, ποιός ἄραγε θά ξαναγεννηθῆ σάν τοῦτο της τό γυιό καί τό βλαστάρι; Ὅμως ὁ οὐρανός φαινότανε χαρούμενος. Περίμενε, τό ἀστέρι νά φτάση ἐκεῖ ὑψηλά μαζί μέ τ’ ἄλλα ὄχι τά αἰσθητά, ἀλλά τά πνευματικά, νά προστεθῇ στά ἄλλα πλουτίζοντας τό νοητό στερέωμα.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ξημερώματα τῆς 28ης Ἰανουαρίου, πρίν ἀκριβῶς ἀπό τρία χρόνια, ἡ εὔλαλος γλῶσσα ἐσίγησε καί τά σπινθηροβόλα μάτια ἔκλεισαν γιά πάντα. Στό φέρετρό του, γιά νά θυμηθῶ τοῦ ποιητοῦ τά λόγια, «ἀκούμπησε ἡ Ἑλλάδα».

Τόν θρήνησε ὁ Λαός μας, τόν ἔκλαψε ἡ Ρωμηοσύνη, τόν κήδεψε θρηνητικά τό Γένος. Στόν τάφο τοῦ θ’ἀνάβουμε χρυσά λιβανιστήρια μέ τό θυμίαμα τῆς εὐγνωμοσύνης μας γιά ὅ,τι προσέφερε σ’αὐτό τόν τόπο.

Βάλσαμο παρηγοριᾶς, ἡ θύμησή του, ἄνθος εὐωδιαστό πάνω στόν τάφο του μοσχοβολάει ἡ ἀγάπη του γιά ὅ,τι ἔκλεισε στήν καρδιά του, αὐτός ὁ λεβεντόψυχος Ἕλληνας παπάς καί ἡ προσευχή του ποιητικά σάν ἀνάσα γλυκειά μέσα ἀπό τό σεπτό Σκήνωμά του τό κλεισμένο γιά πάντα στήν ἀγκαλιά τῆς δοξασμένης Ἑλληνικῆς γῆς ἀνεβαίνει πρός τόν οὐράνιο Πατέρα. Τοῦ ἄρεσε νά λέγῃ αὐτούς τούς στίχους καί ὅταν ζοῦσε:

 

«Τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ

καί μυρσίνη ἐσύ δοξαστική.

Μή παρακαλῶ σας μή

λησμονᾶτε τή Χώρα μου...»

 

 

Αἰωνία του ἡ μνήμη !

Wednesday the 23rd.