Εκτύπωση

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ. Ο ΗΓΕΤΗΣ

 

Του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών & Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ» ΤΗΣ Ν. ΥΟΡΚΗΣ

 

Η λήξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου βρήκε τις χώρες που είχαν βιώσει την τυραννία της ναζιστικής θηριωδίας σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Η Ευρώπη προσπαθούσε, με όσες δυνάμεις τής είχαν απομείνει, να συνθέσει τα κομμάτια της και να βρει το κουράγιο να συνεχίσει στο δρόμο της αναγέννησης από την τέφρα του πολέμου. Την ίδια στιγμή η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν εντελώς διαφορετική. Στην πατρίδα μας, αντί να ξεκινήσει αμέσως η περίοδος της ανοικοδόμησης και να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή κατά την οποία θ’ αξιοποιούσε τα αγαθά της νίκης, αλλά και την αναγνώριση του ετύγχανε από τους παγκοσμίους εταίρους της, λόγω της ηρωικής και ανυπέρβλητης συνεισφοράς της στον αγώνα για την πτώση του φασισμού, ο πειρασμός της εσωτερικής έριδος, που κατατρώγει συστηματικά το σώμα του Ελληνισμού στην ιστορική του διαδρομή, την κράτησε μακριά από τις ευκαιρίες, πίσω στο δρόμο της προόδου, προσβεβλημένη από το σαράκι του διχασμού. Ο εμφύλιος σπαραγμός χώρισε τους Έλληνες στα δύο και στάθηκε η αιτία η πατρίδα μας να χάσει το τραίνο της εξέλιξης και της προόδου, τη στιγμή κατά την οποία οι άλλες Ευρωπαϊκές χώρες κέρδιζαν έδαφος και επένδυαν σε ένα ευτυχές και οικονομικά ισχυρό για τους λαούς τους μέλλον. Δικαίως ο εμφύλιος σπαραγμός ονομάστηκε η κατάρα της ιστορίας του νεωτέρου Ελληνισμού, τα αποκαΐδια του οποίου αισθανόταν μέχρι και πρόσφατα ο λαός μας.

          Η δυσχερής και δυστυχής εκείνη κατάσταση έγινε αφορμή για χιλιάδες Ελλήνων να διαλέξουν το δρόμο της μετανάστευσης, αυτή τη φορά εξωτερικής, βιώνοντας μιαν άλλου είδους προσφυγιά, αφού διαπίστωναν ότι οι ευκαιρίες που τους προσέφερε η διχασμένη και ταλαιπωρημένη Ελλάδα ήταν από ελάχιστες έως μηδαμινές. Η απόφαση σκληρή αλλά αναγκαία. Δεν είναι εύκολο να εγκαταλείπει κανείς τα πάντα, γονείς και αδελφούς, τη γη των πατέρων του, αυτή μάλιστα που μόλις ελευθέρωσε αγωνιζόμενος στα βουνά και στα φαράγγια της αντίστασης. Δε γινόταν, όμως, διαφορετικά. Η Ελλάδα έμενε πίσω. Οι «χοάνες» που δέχτηκαν τα μεγάλα πλήθη των μεταναστών υπήρξαν κυρίως η Αμερική, η Αυστραλία και η Ευρώπη με επίκεντρο τη Γερμανία. Στα μέρη αυτά στήθηκε μια άλλη Ελλάδα, καθώς οι αδελφοί μας μετανάστες δεν έδειξαν διατεθειμένοι να απολέσουν τα χαρακτηριστικά εκείνα ιδιώματα της παραδοσιακής Ελληνορθόδοξης ιδιοπροσωπίας τους. Κι όλα αυτά, σεβόμενοι πλήρως τα περιβάλλοντα στα οποία εκαλούντο να ενταχθούν, σεβόμενοι τις αρχές και τα πιστεύματά τους, τα ήθη και τις παραδόσεις τους.

          Οι Έλληνες, όπως και οι εξανδραποδισθέντες από τον Πόντο και την Μικρά Ασία πρόγονοί τους, κουβάλησαν, μαζί με τα όποια υλικά υπάρχοντά τους, την ιστορία και την παράδοσή τους, την  θρησκευτική τους πίστη και την Ελληνική τους παιδεία. Επίκεντρο της ζωής τους, χώρος συνάντησης και συναναστροφής, πεδίο πνευματικής δράσης και ιστορικής ενασχόλησης, έγινε η ενορία και ο Ορθόδοξος Ναός τον οποίο πρωτίστως φρόντιζαν να οικοδομήσουν καθιστώντας τον σημείο της καθημερινής τους αναφοράς, σημείο ενότητας στις χαρές και στις λύπες. Και όπως συμβαίνει πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, επικεφαλής της κοινότητας ο παπάς και ο Δεσπότης, ο Εκκλησιαστικός πατέρας και ηγέτης, ο ρόλος του οποίου ήταν, είναι και θα είναι ζωτικής σημασίας για τον Ελληνισμό της ξενιτιάς. Ένας τέτοιος πνευματικός πατέρας, αλλά και εθνικός ηγέτης και προασπιστής των Ελληνικών δικαίων και συμφερόντων, τόσο των ομογενών της Αμερικής, όσο και της Ελλάδος στις Η.Π.Α. υπήρξε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Βορείου & Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος ο Ίμβριος.

          Ο Ιάκωβος, διαδεχθείς το 1959 στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αμερικής, τον μεγάλο οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, κατέστη ένας σπουδαίος Αρχιεπίσκοπος. Κάτω από το ράσο του έφερε και προστάτευε όλη την ομογένεια. Υπήρξε ο πατέρας που αγκάλιασε τα ξενιτεμένα παιδιά του, που οι άλλοι τα κοιτούσαν με περιφρόνηση και τα ενέταξε μέσα στην Αμερικανική κοινωνία, ισότιμα και αποδεκτά από όλους. Αυτό που έκανε στο ποίμνιό του είναι αυτό που έκανε πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό. Έγινε Αμερικανός, προσπαθώντας, παράλληλα και σκληρά να μη χάσει την Ελληνικότητά του. Εντάχθηκε, βεβαίως, στη νέα κοινωνία, κράτησε, όμως, ζωντανές τις ρίζες του. Μεγάλο είναι το έργο του στον ποιμαντικό χώρο, η μέριμνά του να έχουν οι ομογενείς Εκκλησιές και ιερείς. Αλλά και η φροντίδα του για τη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας ζωντανής, ήταν μεγάλη. Το εκπαιδευτικό σύστημα που δημιούργησε στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, με το ευρύτατο δίκτυο των Ελληνικών Σχολείων, υπήρξε αντικείμενο της σοβαρής ευθύνης του. Και βέβαια οι ομογενείς δε ξεχνούν το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που η Εκκλησία ανέπτυξε επί των ημερών του. Εμείς εδώ στην Ελλάδα, θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε μετανάστης πετύχαινε, τουλάχιστον επαγγελματικά. Ο Ιάκωβος, όμως, παρακολουθούσε, με άγρυπνο βλέμμα τη ζωή του ποιμνίου του και γνώριζε ότι πολλοί από τους ομογενείς μας δε μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την επιτυχία. Στάθηκε στο πλευρό τους, οργανώνοντας μεγάλο δίκτυο βοήθειας, στο οποίο πρωταρχικό ρόλο διεδραμάτιζαν οι Ελληνίδες γυναίκες. Γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ από το ποίμνιό του και η μνήμη του παραμένει και θα παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένη στην καρδιά του.

          Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, όμως, δεν περιόρισε τη δράση του μόνο στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Χωρίς να το επιζητεί, αλλά επειδή οι ανάγκες το επέβαλαν κατέστη για τους ομογενείς και εθνικός ηγέτης και για την Ελλάδα, σε εποχές δύσκολες και ταραγμένες ο προασπιστής των Εθνικών μας δικαίων, μέσα στην καρδιά της υπερδύναμης. Η πολιτική – εθνική του δράση βρήκε τόσους επικριτές όσους και υποστηρικτές, υμνήθηκε εμφαντικά, αλλά και πολεμήθηκε συστηματικά. Δε νομίζουμε, όμως, ότι υπάρχει κανείς αντικειμενικός ιστορικός μελετητής που να μην αναγνωρίζει τη μεγάλη του θετική συμβολή στην πορεία και την επίλυση των εθνικών μας θεμάτων και προβλημάτων. Ο Ιάκωβος βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα είτε να περιοριστεί μόνο στη θεραπεία των αμέσων πνευματικών αναγκών του ποιμνίου του, διάγοντας χρόνους ακύμαντους, είτε ν’ ακολουθήσει τη μοίρα των μεγάλων Ελλήνων Ιεραρχών που επέλεξαν τη δράση και την προσφορά σε όλους τους τομείς, γνωρίζοντας ότι θα βιώσουν το μαρτύριο της κρίσεως και της κατακρίσεως.

Ο Ιάκωβος βρέθηκε συχνά μπροστά σε ιστορικές ώρες, κατά τις οποίες έπρεπε να παλέψει για τα δίκαια του έθνους. Δεν ήταν η πίστη του μόνο που τον κινούσε, αλλά και το έθνος. Αυτή η συνάφεια Εκκλησίας και έθνους καλλιεργήθηκε στο διάβα μιας μακρόχρονης πορείας και αποδείχθηκε ευεργετική για το Γένος μας. Αυτή η συνάφεια που σήμερα κάποιους σκανδαλίζει, υπήρξε η βάση της παράδοσής μας. Και εκείνος ένιωσε υποχρεωμένος ν’ αγωνιστεί καθοδηγούμενος από τα οράματα που σαρκώνει η παράδοση. Τις ώρες εκείνες, όπως μας εμπιστεύθηκε σε στιγμές μοναδικής μεταξύ μας επικοινωνίας, ένιωσε μόνος, με οδηγό την αγωνία του να μην αφομοιωθούν οι Έλληνες από το περιβάλλον τους. Με κριτήριο το συμφέρον των ψυχών και τις τύχες του Γένους, έδρασε, είτε με το λόγο του, είτε με τη σιωπή του. Ήξερε κάθε φορά τί τού υπαγόρευαν η συνείδηση, η ευθύνη και το χρέος.

 Υπήρξε μπροστάρης στον αγώνα των δικαίων του Κυπριακού Ελληνισμού και  βασικός παράγοντας της μη αναγνώρισης από τις Η.Π.Α. του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους. Συνέβαλε τα μέγιστα στο να εδραιωθεί διεθνώς η άποψη ότι η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική και ότι διαπραγμάτευση περί του ονόματος αυτής συνιστά ανιστόρητη στάση και συμπεριφορά. Έγινε βασικός συνομιλητής εννέα Αμερικανών Προέδρων, εργαζόμενος για τα δίκαια του έθνους σε πλήρη συνεννόηση και συνεργασία με τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, λειτουργώντας ως ένας άτυπος αλλά λίαν αποτελεσματικός και αποδεκτός μεσολαβητής. Τελικά, ο μεγάλος αυτός Αρχιεπίσκοπος απέδειξε ότι Ιεράρχης δε γίνεσαι για ν’ αποφύγεις τις ευθύνες. Από τη στιγμή που ο Θεός σού επιτρέψει ν’ ανεβείς στο αξίωμα αυτό, καταλαβαίνεις ότι υποχρέωσή σου είναι να υπηρετήσεις και όχι να κρατάς αποστάσεις ασφαλείας. Εφ’ όσον κληθείς, λοιπόν, θα το πιεις το ποτήρι της πίκρας που λέγεται ανάμειξη. Αλλά είναι άραγε αυτονόητο ότι θα πρέπει να σιωπήσεις και ν’ αφήσεις μετέωρα όλα τα ερωτήματα; 

Πέρασαν μόλις λίγοι μήνες από την εις Κύριον εκδημία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου και το κενό που άφησε πίσω του στη σκέψη και στη μνήμη των Ελλήνων ομογενών φαντάζει πολύ μεγάλο.  Είναι, όμως, απόλυτα εμφανές ότι το έργο το οποίο επετέλεσε δε πρόκειται να λησμονηθεί ποτέ. Χρέος των επιγιγνομένων  είναι να συνεχίσουν στο δρόμο που χάραξε ο ίδιος, διατηρώντας την Εκκλησία της Αμερικής ενωμένη, όπως εκείνος ζήτησε κατά την αποχαιρετιστήρια Λειτουργία του. Είναι ν’ αγωνιστούν για να διατηρήσουν οι νέες γενιές των Ελλήνων της διασποράς την Ελληνορθόδοξη αυτοσυνειδησία τους, την Ελληνική Παιδεία και τον πολιτισμό τους. Γιατί μόνον έτσι ο Ελληνισμός θα παραμείνει ζωντανός, ικανός ν’ αντεπεξέλθει στις ανάγκες του σήμερα και στις προκλήσεις του αύριο. 

Wednesday the 18th.