«Ειρήνη και Ανάπτυξις»

Εκτύπωση

«Ειρήνη και Ανάπτυξις»

1/1/1998

Εναρκτήριος χαιρετισμός εις την συνάντησιν των Αθηνών 

Το θέμα της Συναντήσεώς σας Ειρήνη και Ανάπτυξις είναι ουσιώδες, διότι περί τας δύο αυτάς κεντρικάς του κοινωνικού βίου εννοίας έχουν εν πολλοίς εμπεδωθεί εις το ευρύ κοινόν επικίνδυνοι πλάναι. Επιτρέψατέ μου να αναφερθώ ακροθιγώς εις δύο εξ αυτών, διότι αρθρώνονται εις το πνευματικόν πεδίον. 

Πρώτον, δεν είναι αληθές ότι αρκεί να παύσωμεν να εργαζώμεθα δια τον πόλεμον ίνα έχωμεν ειρήνην. Αι συγκρούσεις, μεταξύ κρατών όπως και μεταξύ ατόμων, αποτελούν την αναπόφευκτον πραγματικότητα του κόσμου μας - εις το θεολογικόν υπόβαθρον της οποίας δεν θα αναφερθώ. Δεν έχομεν ειρήνην απλώς και μόνον μη παρασκευαζόμενοι δια τον πόλεμον, δεν έχομεν ειρήνην απρακτούντες. Την ειρήνην δεν την προάγει η αμεριμνησία, ούτε βεβαίως –επιτρέψατέ μου να επιμείνω—ούτε βεβαίως η παραίτησίς μας εκ της ευθύνης υπερασπίσεως των βωμών και εστιών μας . Η ειρήνη είναι το προϊόν πολλών αρετών: του διαλόγου, της κατανοήσεως, της προσεγγίσεως, και ιδίως της δικαιοσύνης. Άνευ τούτων δεν υπάρχει ειρήνη αλλά έμφοβος τάξις, υπάρχει απουσία πολέμου λόγω φόβου, είτε αμοιβαίου (ως εις την περίπτωσιν του «ψυχρού πολέμου»), είτε μιας ισχυράς και ουσιαστικώς επικυριάρχου δυνάμεως. 

Δια να έχωμεν όντως ειρήνην πρέπει να υπερασπίζομεν την ελευθερίαν. Δεν προωθεί την ειρήνην ο κατακτητής εφ όσον την ζητά μεν, χωρίς όμως να αποσύρεται των κατακτήσεων. Όπως δεν προωθεί την ειρήνην εις τας διεθνείς σχέσεις ένα καθεστώς το οποίον στηρίζεται εις τον τρόμον και την καταπίεσιν των πολιτών. Αυτό είναι ένα μάθημα το οποίον μας έχει δώσει η αρχαία ελληνική τραγωδία, μας έχει εμπεδώσει ο Χριστιανισμός. Είναι ένα μάθημα το οποίον εις την σύγχρονον πολιτικήν σκηνήν δίδουν αι οργανώσεις υπερασπίσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Δια να έχωμεν ειρήνην, πρέπει να εργαζώμεθα επίσης υπέρ της δικαιοσύνης. Δεν προωθείται η ειρήνη όπου αυξάνεται η αδικία και η βουλιμία, δεν προωθείται η ειρήνη όπου κυριαρχούν φωναί πόνου και στεναγμοί, όπου πληθύνονται οι πεινώντες και οι ασθενούντες και οι άστεγοι. 

Δεύτερον επικίνδυνον σφάλμα είναι η αντίληψις ότι ανάπτυξις σημαίνει μόνον αύξησιν πλούτου και τεχνογνωσίας. Αντιθέτως, αληθώς ανάπτυξις υπάρχει μόνον εφ όσον βελτιούται ουσιωδώς και το επίπεδον ζωής των αδυνάτων στρωμάτων της κοινωνίας. Εάν αυξάνει αποκλειστικώς σχεδόν, ή έστω κυρίως, ο πλούτος των πλουσίων, δεν έχομεν ανάπτυξιν αλλά βαρβαρότητα. Πρέπει όλοι να αντιληφθώμεν ότι το επίπεδον μιας κοινωνίας κρίνεται όχι εκ των δυνατοτήτων των ισχυρών αλλ’ εκ των δυνατοτήτων των αδυνάτων - του αριθμού των και των όρων ζωής των. 

Ακριβώς δι αυτό, η ανάπτυξις δεν είναι το προϊόν μιας οικονομικής πολιτικής και μόνον , αλλ’ επίσης το προϊόν των αρετών εκείνων που οδηγούν και εις την ειρήνην: της κατανοήσεως, της προσεγγίσεως, και ιδίως της δικαιοσύνης. Κατά ταύτα, είναι όχι απλώς αδιάφορος αλλά άκρως επικίνδυνος η «ανάπτυξις των αριθμών». Αληθώς ανάπτυξις είναι μόνον εκείνη η οποία προάγει την κοινωνικήν συνοχήν, την αλληλεγγύην. 


Αι προϋποθέσεις της ειρήνης και της αναπτύξεως τας οποίας ανέφερα, μας δίδουν και το μέτρον κατανοήσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το μέγιστον έργον ειρήνης και αναπτύξεως της ιστορίας μας είναι η Ευρωπαϊκή Ενωσις. Πράγματι, πρώτην φοράν εις την ιστορίαν κυρίαρχα -και χθες ακόμη μαχόμενα έως εξουθενώσεως- κράτη, συναπεφάσισαν να περιορίσουν βαθμιαίως αλλά με γοργόν ρυθμόν την εθνικήν των κυριαρχίαν, δια να οικοδομήσουν την πολιτικήν και οικονομικήν των κοινότητα. Ιδιαιτέραν σημασίαν έχει το γεγονός ότι η οικονομική των ενότης και ανάπτυξις εστηρίχθη εις την προστασίαν και ενίσχυσιν της κοινωνικής συνοχής. 

Και είναι απαραίτητον να συνειδητοποιηθεί εξ όλων των λαών, είτε μετέχουν ήδη της Ενώσεως είτε εργάζονται δια την ένταξίν των, ότι μεγαλύτερον και διδακτικώτερον επίτευγμα δεν είναι ο βαθμιαίος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας των μελών, όσον η κατακόρυφος διεύρυνσις της μεταξύ των αλληλεγγύης. 

Δεν ανήκω εις εκείνους οι οποίοι είναι βέβαιοι ότι η ένωσις της Ευρώπης αποτελεί την λύσιν όλων των εθνικών και ατομικών μας προβλημάτων συλλήβδην και αυτομάτως, ούτε εις όσους θεωρούν ότι η προσαρμογή μας εις την ένωσιν είναι το μόνον άξιον συζητήσεως πρόβλημα. Αντιθέτως, θεωρώ ότι η ένωσις δεν είναι μια κρυσταλλίνη σφαίρα την οποίαν θα συναντήσωμεν πορευόμενοι αμερίμνως προς αυτήν. Την ένωσιν την δημιουργώμεν καθημερινώς, αντιλαμβανόμενοι τα προβλήματα και τας ανησυχίας που εγείρει και αντιμετωπίζοντες αυτά μετά συνέσεως μεγάλης. Την δε αναγκαίαν αυτήν σύνεσιν δεν την αποκτώμεν παρακάπτοντες την ιστορίαν μας και τα διδάγματά της, αλλ’ όλως αντιθέτως, ενισχύοντες τα κοινά μας στοιχεία, τα οποία μαρτυρεί η ιστορία και έσωσεν η παράδοσίς μας. Την ένωσίν μας οι Ευρωπαίοι δεν την δημιουργώμεν απορρίπτοντες τας εθνικάς ιστορίας και παραδόσεις μας, δεν την δημιουργώμεν απορρίπτοντες την εθνικήν μας λογοτεχνίαν και γλώσσαν. 

Η Ευρωπαϊκή Ενωσις δεν είναι το προϊόν μας ισοπεδώσεως των ευρωπαϊκών λαών, αλλά μιας γενναίας εξάρσεώς των από τον ρεαλισμόν των εθνικιστικών συγκρούσεων εις το όνειρον της κοινοτικής αδελφωσύνης. Ο ρεαλισμός ηττήθη, το όνειρον εκυριάρχησεν, διότι ήτο όνειρον επί αιώνες, ήτο αίτημα διατρέχον όλας τας εθνικάς ιστορίας και παραδόσεις των λαών της Ευρώπης. Δια τούτο λέγω ότι ο κοινός ευρωπαϊκός μας οίκος θα δομηθεί με τας σελίδας της ιστορίας μας, κι όχι με την λήθην. Δεν είμεθα λωτοφάγοι. Ουδείς ευρωπαϊκός λαός είναι διατεθειμένος να λησμονήσει τον εαυτόν του. 

Αυτήν την πνευματικήν πραγματικότητα, που εκφράζεται αλλά δεν εγκλωβίζεται εις τους αριθμούς και τας αναλύσεις, την πραγματικότητα της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της ιστορικής μνήμης, εύχομαι η Συνάντησίς σας να έχει κατά νουν και να φέρει εις φως. 

+ Ο Αθηνών Χριστόδουλος
Wednesday the 13th.