«Ιεραποστολή και διάδοση του Ευαγγελικού Λόγου»

Εκτύπωση

«Ιεραποστολή και διάδοση του Ευαγγελικού Λόγου»

10/5/2005

Εναρκτήριος Ομιλία στο 13ο Συνέδριο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών Άγιος Ανδρέας Αττικής, Τρίτη, 10 Μαΐου 2005

1. Εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και ολοκλήρου του λαού των Αθηνών και πάσης της Ελλάδος, έμπλεως χαράς μεγάλης και αγάπης αδελφικής, θα ήθελα να καλωσορίσω εδώ στην Αθήνα όλους τους συμμετέχοντας στο 13ο Συνέδριο Παγκοσμίου Ιεραποστολής και Διαδόσεως του Ευαγγελικού Λόγου του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Τούτες τις Αναστάσιμες ημέρες, ήδη 10 ημέρες μετά τον εορτασμό του Αγίου Πάσχα και της Αναστάσεως του Χριστού, ας μου επιτραπεί να σας απευθύνω τον αρχαίο εκείνο και υπαρξιακό χαιρετισμό, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητός μας και της μαρτυρίας μας ως Χριστιανών:

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !



2. Η χαρά μας είναι ακόμη μεγαλύτερη, διότι η εκδήλωσις αυτή παρέχει την ευκαιρία σε αδελφές μας και αδελφούς μας να συνέλθουν «επί το αυτό» από ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και από περιοχές της Χριστιανοσύνης πολύ πέραν από εκεί όπου φθάνει η Οργάνωσις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, εδώ στην Αθήνα, πρωτεύουσα της Ελλάδος, χώρας ιδιαίτερα ευνοημένης από την αγάπη του Θεού. Όντως, στην πατρίδα μας, εδόθη από την Χάριν του Κυρίου μας το προνόμιο να λάβει το Ευαγγέλιο εις την μητρικήν μας γλώσσαν. Πράγματι, ολόκληρη η Καινή Διαθήκη, που αποτελεί, θα λέγαμε, την καρδίαν της Βίβλου μας, εγράφη, όπως γνωρίζετε, αρχικώς εις την ελληνικήν. 

Αισθανόμεθα δε ευγνωμοσύνην και τιμήν, διότι επελέγη η Αθήνα, διά να φιλοξενήσει το πολύ σημαντικό και επίκαιρο τούτο Συνέδριο. Η Εκκλησία μας, η οποία ιστορικώς εγεννήθη ακριβώς ως αποτέλεσμα του Αποστολικού κηρύγματος, παραμένει μέχρι και σήμερα προσηλωμένη εις την βαθιά Της δέσμευση προς την μαρτυρία και τη διάδοση του Ευαγγελικού Λόγου, με έμφαση στην ίδια εκείνη διάσταση που τονίσθηκε από τον Απόστολο Παύλου εις την ιστορικήν Του Ομιλία προς τους Αθηναίους επί του Αρείου Πάγου (Πράξ. 17:23-31), δηλαδή στην Ανάστασιν. Η αποστολή μας, η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποστολή ευαγγελισμού του κόσμου όλου, εν τω πνεύματι της προσεχούς εορτής της Πεντηκοστής, αρχίζει από την Θείαν Λειτουργίαν μας, την Ευχαριστιακή Σύναξιν του λαού του Θεού, κατά την οποίαν η Ανάστασις του Κυρίου μας, το οντολογικό και υπαρξιακό αυτό θεμέλιο της «εν ημίν ελπίδος» (Πέτρ. Α΄, 3:15), επανασυντελείται δοξολογικώς κάθε Κυριακή και σε κάθε άλλη ευκαιρία, και καθίσταται έτσι, κατά την παράδοσή μας, το εφαλτήριο διά την αποστολήν εις τα πέρατα της οικουμένης. 

3. Η Εκκλησία της Ελλάδος ανταπεκρίθη από της πρώτης στιγμής, πριν από 1 χρόνο περίπου, εις την πρόσκλησιν αλλά και την πρόκλησιν που Της απηυθύνθησαν υπό του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, να είναι η φιλοξενούσα Εκκλησία αυτού του Συνεδρίου με θέμα «Ελθέ, Παράκλητε, θεράπευσον και κατάλλαξον» (δηλαδή «Έλα, Άγιο Πνεύμα, γιάτρεψε και συμφιλίωσε»). Η απόφασις της Ιεράς Συνόδου να φιλοξενήσει ένα τέτοιο οικουμενικό γεγονός μείζονος σημασίας, το πρώτο που διοργανώνεται σε Ορθόδοξη χώρα, και παρά την παλαιότερη πικρή εμπειρία μας από επιθετικές ιεραποστολικές δραστηριότητες και εχθρικές πράξεις εναντίον του λαού μας (Σταυροφορίες, Ουνία και, πιο πρόσφατα, προσηλυτισμόν από οργανώσεις ακτιβιστών), εστηρίχθη επί τριών λόγων: 
(α) επί της αποφασιστικότητός μας να ενώσωμε τας δυνάμεις μας μετά των άλλων Χριστιανών εις διάλογον και κοινήν μαρτυρίαν, ιδίως σήμερον, ότε το ανθρώπινο πρόσωπο απ’ άκρου εις άκρον της οικουμένης ταλαιπωρείται, στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, εξ αιτίας της αστικοποίησης και της παγκοσμιοποίησης, που ακυρώνουν την προσωπική ετερότητα και αναιρούν την αποκλειστική μοναδικότητα της κάθε συγκεκριμένης ανθρώπινης ύπαρξης· 
(β) επί των θετικών εξελίξεων εντός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όπως αυτές επιβεβαιώνονται από το κείμενο των συστάσεων της Ειδικής Επιτροπής· και 
(γ) επί της σφαιρικής κατανοήσεως της ιεραποστολής, η οποία αναπτύσσεται κατά τα πρόσφατα έτη εντός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Εθεωρήσαμε μάλιστα ιδιαιτέρως σημαντικό και Θείας Προνοίας εμφαντικό το Συνέδριο αυτό, εν συγκρίσει προς άλλα παρόμοια Συνέδρια για την Παγκόσμιον Ιεραποστολήν, διότι σηματοδοτεί νέαν στροφήν εις την αντίληψιν περί Ιεραποστολής, ώστε να απηχεί επίσης την θεολογικήν και την πνευματικήν πραγματικότητα εντός του περιβάλλοντος των Ορθοδόξων Εκκλησιών μας. Ως Ορθόδοξοι, όχι μόνο ωφελούμεθα από τις οικουμενικές συναντήσεις και τον διάλογο, αλλά έχουμε επίσης να καταθέσουμε τις προκλήσεις που αφορούν εμάς και που προέρχονται από την μακράν ιστορικήν μας εμπειρίαν σε θέματα ιεραποστολής, όπως μπορούμε και να εισφέρουμε την ιδικήν μας Θεολογίαν περί ιεραποστολής, η οποία απηχεί στοιχεία από την εποχήν των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. 

Ειδικότερον εις ό,τι αφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, επιθυμώ να υπογραμμίσω ότι χωρίς να αφίσταται των παραδοσιακών κεκτημένων της, χαρακτηρίζεται από μίαν αισθητήν εξωστρεφή τάσιν, νέων “ανοιγμάτων” προς τον κόσμον, μέσα εις τα πλαίσια της, εν τω πνεύματι της Πεντηκοστής, συνεννοήσεως και συνεργασίας με όλες τις εποικοδομητικές δυνάμεις προς όφελος του ανθρώπου, και της ανάγκης εφαρμογής άμεσων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, εφ’ όσον αναγνωρίζει ως ζωτικής σημασίας την έμφαση στην αξία της φιλίας, του σεβασμού, της ελευθερίας, και της προσωπικής αγάπης, ανεξάρτητα από θρησκευτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές διαφορές. Εντός του πλαισίου τούτου της Πεντηκοστής, εν η το Πανάγιον Πνεύμα εχει ένα ειδικό ρόλο, η Εκκλησία της Ελλάδος υποδέχεται τά μέλη του Π.Σ.Ε από διαφορες περιοχές του πλανήτη δίδοντας εμφαση στη σημασία που αποδίδει στην διεθνή Αδελφότητα των Εκκλησιών που ομολογούν τον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα, κατά τας Γραφάς, και εκ του λόγου τούτου αγωνίζονται να εκπληρώσουν από κοινού την κοινήν των κλήσιν στη δόξα του ενός Θεού, Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Ηδη δε 1 έτος μετά την επιτυχή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα 2004, η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί να προσφέρει τη δυνατότητα στις Εκκλησίες μέλη του Π.Σ.Ε. για μια γόνιμη και δημιουργική ανταλλαγή ιεραποστολικών εμπειριών.

4. Έχετε άπαντες βαθείαν επίγνωσιν των συνεχών αιτιάσεων, ανησυχιών, ή ακόμη και αντιρρήσεων των Ορθοδόξων επί μιας σειράς ζητημάτων (από των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων και των μορφών κοινής προσευχής έως της Εκκλησιολογίας). Έχετε ίσως ήδη αποκτήσει άμεσον εμπειρίαν ή γνωρίζετε εξ ακοής τας αντιδράσεις τας οποίας εκφράζει τμήμα της Ορθοδόξου κοινότητός μας εναντίον της αποφάσεώς μας να φιλοξενήσωμε την εκδήλωσιν αυτήν. Κατά τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια, υπήρξαν αιτίες, άλλες δικαιολογημένες και άλλες αδικαιολόγητες, για τις οποίες η Εκκλησία της Ελλάδος, παρότι ήτο ένα εκ των ιδρυτικών μελών του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ηναγκάζετο να περιορίζει την συμμετοχήν της εις ένα minimum απλώς των απαιτουμένων. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις, που αφορούν εις την λεγομένην «Ειδικήν Επιτροπήν επί της παρουσίας των Ορθοδόξων εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», μας έπεισαν ότι σήμερα εγκαινιάζεται πλέον μία νέα εποχή εις τας σχέσεις μεταξύ του Παγκοσμίου Συμβουλίου και της Ορθοδοξίας. Είμεθα ευγνώμονες εις τους διοργανωτάς αυτού του Συνεδρίου, διότι διά πρώτην φοράν, κατά τον καθορισμόν των προς συζήτησιν θεμάτων ενός Συνεδρίου διά την Παγκόσμιον Ιεραποστολήν, έγινε συντονισμένη προσπάθεια, ώστε να ληφθούν υπ’ όψιν και οι ευαισθησίες των Ορθοδόξων. 

5. Όλα αυτά τα στοιχεία, καθώς και η ιδική μας αταλάντευτη απόφασις να παρουσιάσωμε εις τον κόσμον την μαρτυρίαν της Ορθοδόξου πίστεώς μας κατά τρόπον ορατό, ελπίζομε να οδηγήσουν εις το συμπέρασμα ότι η Ορθοδοξία έχει να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο εντός της ευρυτέρας Χριστιανικής κοινότητος, δεδομένης μάλιστα μιας ολοένα γιγαντουμένης εχθρότητος εναντίον της πίστεώς μας. Η Εκκλησία μας ουδέποτε ηρνήθη τον διάλογον. Αντιθέτως, πάντοτε επεζήτησε και επιζητεί τον διάλογον, συμφώνως και προς το ρηθέν υπό του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Επισκόπου Εφέσου και προμάχου της πίστεώς μας, ότι «ότε διίστανταί τινες αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι η μεταξύ τούτων διαφορά. Ότε δε λόγοις συνέλθωσι και εκάτερον μέλος νουνεχώς ακροάσηται τα παρ’ ετέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις ολίγη τούτων η διαφορά». 

6. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να μου επιτρέψετε να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, υπό την ιδικήν μας θεολογικήν οπτικήν, της Ορθοδοξίας, επί κάποιων ιδιαιτέρως σημαντικών πλευρών του Συνεδρίου σας. Εν πρώτοις, χαίρω διά την λειτουργικήν διάσταση, όπως αυτή δηλώνεται με σαφήνεια στον τίτλο - έμβλημα του Συνεδρίου, υπό την εκφραστικήν μορφήν προσευχής, ήτοι ως μία επίκλησις προς το Άγιον Πνεύμα, να θεραπεύει και να συμφιλιώνει. Κατά την εποχήν αυτήν της μετανεωτερικότητος η Λειτουργία και το λειτουργικό βίωμα ευρύτερα αποκτούν μίαν ιδιαίτερη σημασία διά την χριστιανικήν μας μαρτυρία, εξίσου ιδιαίτερη με την κήρυξιν του Ευαγγελικού Λόγου. 

Όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι αναγνωρίζουν σήμερα ότι η αποκλειστική έμφασις εις την κήρυξιν του Ευαγγελίου διά του λόγου και της λογικής κατανοήσεως της αληθείας μειώνουν επικίνδυνα την δραστικήν επενέργειαν και αποδοχήν του. Πολλοί στην εποχή μας μάς υπενθυμίζουν ότι πρέπει να ανοίξωμε τον νουν μας εις την γνώσιν ―(επιστήμη, ανάπτυξις, οικονομία, κέρδος). Λησμονούν ωστόσο ότι με αυτά και μόνον δεν ανακαινίζεται η ελπίδα. Η ελπίδα βεβαιώνεται μέσα στη βίωση της Αναστάσεως. Και η Ανάστασις του Κυρίου είναι η ρωγμή που χρειαζόμεθαδια να φθάνει το βλέμμα μας πιο βαθιά στον εσχατολογικό μας ορίζοντα. Μπορεί να αισθανόμεθα την την ιστορική οδύνη για όσα δεινά συνέβησαν στον περασμένο αιώνα, με πρωταγωνιστές κατ’ όνομα χριστιανούς, αλλά δεν φυλακιζόμεθα στον ιστορικό χρόνο, δεν απολυτοποιούμε, δεν προσκυνούμε τον ειδωλοποιημένο εαυτό μας στη διάσταση της γνώσεως ή της τεχνολογίας. Και δεν επιδιώκομε να επιλύσωμε κάθε πρόβλημα απολύτως στο “εδώ και τώρα”. Δεν βιώνομε την αυταπάτη ότι τα πάντα εξαρτώνται από εμάς. Ο κόσμος και ο άνθρωποςμέσα στο φως της Αναστάσεως δεν είναι καταδικασμένοι σε μια απελπισμένη ελευθερία που υμνήθηκε, κατά τον αιώνα που πέρασε, ως το απαύγασμα του λυτρωτικού ουμανισμού.Εις την Ορθόδοξον παράδοσίν μας εκείνο το οποίον αποτελεί την ουσίαν της Εκκλησίας δεν είναι η ιεραποστολή της υπό την συμβατικήν έννοιαν, αλλά η Θεία Ευχαριστία, η Θεία Λειτουργία. Η ιεραποστολή, συνιστά, τρόπον τινά, την μετα-Λειτουργίαν, καθώς και την Λειτουργίαν έπειτα από την Λειτουργίαν. Διά τούτο η ιεραποστολή δεν νοείται μόνον ως «έξοδος», ως κήρυξις του Ευαγγελίου, αλλά επίσης ως σιωπηλή μαρτυρία. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες και τις δυσχέρειες σε καταπιεστικά και/ή μειονοτικά περιβάλλοντα, η Εκκλησία μας διεφύλαξε την πίστιν Της και την εκληροδότησε όχι ως ιδεολογίαν αλλά ως τρόπον ζωής ο οποίος διέπεται από τις αξίες του Ευαγγελίου. Ανεκτίμητος υπήρξε η συμβολή της Λειτουργίας μας και των μοναχών μας εις τούτο τον αγώνα.

7. Εξ όσων μπορώ να θυμηθώ, είναι η πρώτη φορά που ένα Συνέδριον επί της Ιεραποστολής υιοθετεί ήθος και γλώσσα μεγαλυτέρας ταπεινότητος, αφήνοντας κατά μέρος τους τόνους υπερβολικής αισιοδοξίας και τους μεσσιανικούς προγραμματικούς καταλόγους θεμάτων ιεραποστολής, τους οποίους εβλέπαμε κατά τα παλαιότερα έτη. Το κεντρικό του θέμα δεν είναι μία προγραμματική δήλωσις ούτε ακτιβιστικόν σλόγκαν, αλλά είναι μία προσευχή: μία προσευχή προς τον Θεόν να θεραπεύει, να συμφιλιώνει, να ενδυναμώνει και να καθιστά όλους τους ανθρώπους του Θεού ζώντες μάρτυρες του Αναστηθέντος Κυρίου, συνενώνοντάς τους εις δυνατά υποδείγματα κοινοτήτων καταλλαγής και θεραπείας. 

Λέγοντας αυτό, αναγνωρίζομε ότι η ιεραποστολή είναι εγγενής εις την Εκκλησίαν και εις πάντας τους ανθρώπους του Θεού, όχι μόνον εις ωρισμένας διακονίας εξειδικευμένου χαρακτήρος. Αναγνωρίζομε επίσης ότι η ιεραποστολική ευθύνη όλων των Χριστιανών συνίσταται εις την ζώσαν των μαρτυρίαν, λόγω και έργω. Πάνω απ’ όλα, τονίζομε ότι η μεταστροφή των ανθρώπων δεν παραμένει εντός των ορίων της υπευθυνότητος ή της εξουσίας του ιεραποστόλου, αλλά είναι μάλλον έργον Θεού (missio Dei). Ο Κύριος ήτο εξ αρχής εκείνος ο οποίος «προσετίθει τους σωζομένους καθ’ ημέραν τη εκκλησία» των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, και όχι οι ίδιοι οι Απόστολοι (Πράξ. 2:47). Εμείς ως συνεργοί του Κυρίου προσευχόμεθα, μαρτυρούμε και ενεργούμε μετά ταπεινότητος. Αλλά ο Θεός, μέσω του Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι, είναι εκείνος που επιφέρει την μεταστροφήν.

8. Το δεύτερον σχόλιόν μου είναι επίσης συναφές προς το κεντρικόν σύνθημα του Συνεδρίου. Το ίδιο το γεγονός ότι το Άγιον Πνεύμα αναλαμβάνει την πρωτοβουλίαν διά την ιεραποστολήν αποτελεί υγιεστάτην θεολογικήν θεμελίωσιν οιασδήποτε αποδεκτής ιεραποστολικής δράσεως. Φυσικά, η έμφασις επί της Πνευματολογίας, τουλάχιστον όπως αυτή βιώνεται εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν, δεν συνιστά κατ’ ουδένα τρόπον εκτοπισμόν του Ιησού Χριστού από το κέντρον: Εκείνος είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14:6) και «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία» (Πράξ. 4:12). Για να το θέσω κάπως διαφορετικά: μία αυθεντική Χριστιανική Ιεραποστολογία δεν θα πρέπει να επιχειρήσει να αντικαταστήσει μία Χριστοκεντρική ερμηνεία του σύμπαντος ―παρά τις όποιες αδυναμίες αυτής της ερμηνείας―με μία Πνευματοκεντρική ερμηνεία. Η εξισορρόπησις όμως μεταξύ Πνευματολογίας και Χριστολογίας εξασφαλίζει μίαν επίσης ισορροπημένην ιεραποστολικήν δράσιν, δεδομένου ότι τότε τόσον η Χριστολογία όσον και η Πνευματολογία τίθενται εκ νέου εντός του παραδοσιακού πλαισίου της Τριαδικότητος. Τούτο καθίσταται ιδιαιτέρως σαφές εκ του πλήρους τίτλου του Συνεδρίου σας, εφόσον η πνευματολογική χροιά του προαναφερθέντοςεμβλήματος υποστηρίζεται αποτελεσματικώς υπό της Χριστολογικής εμφάσεως εις την συνέχειαν του τίτλου: καλούμεθα εν Χριστώ να καταστούμε κοινότητες καταλλαγής και θεραπείας.

9. Τούτο με οδηγεί εις την τρίτην μου παρατήρησιν: η Ιεραποστολή είναι «διακονία της καταλλαγής» (Κορ. Β΄ 5:18). Χαιρόμεθα, διότι η κεντρική εστίασις του Συνεδρίου ετέθη επί της θεραπείας και της καταλλαγής. Εις την μακραίωνα Ορθόδοξον Θεολογίαν μας η αμαρτία εθεωρείτο πάντοτε ως θραύσις και αλλοίωσις της σχέσεως και αποξένωσις μεταξύ του ανθρωπίνου γένους και του Θεού, μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ των ανθρώπων και της κτίσεως. Ουδέποτε, ή μάλλον πολύ σπανίως, ως νομικιστική ενοχή. Επ’ αυτής της βάσεως η σωτηρία νοείται ως διαδικασία θεραπείας και καταλλαγής της ανθρωπότητος προς τον Θεόν, προς αλλήλους και προς άπασαν την κτίσιν. Η θεραπεία και η καταλλαγή είναι στοιχεία τα οποία έχουν επιτευχθεί εν Χριστώ τω Σαρκωθέντι, Σταυρωθέντι και Αναστάντι Υιώ του Θεού και είναι δυνατόν και όλοι εμείς να μετέχουμε αυτών εν τη Εκκλησία, μέσω της δυνάμεως και της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Η σωτηρία, ως οντολογική θεραπεία και αποκατάστασις της πεπτωκυίας ανθρωπότητος και κτίσεως, φέρει την μεταμόρφωσιν, την μετουσίωσιν, τον εγκαινισμόν των σχέσεων προς τον Θεόν ως πηγήν της ζωής και της ύπαρξης, προς αλλήλους και προς το σύμπαν το οποίον μας περιβάλλει. Ο Χριστός απέθανε δι’ ημάς, ανέστησε την πεπτωκυίαν μας ανθρωπότητα και ανήλθε εις τους ουρανούς και εκάθησε εκ δεξιών του Πατρός. Ωστόσο, εκείνο το οποίον έπραξε ο Χριστός δι’ ημάς εφ’ άπαξ οφείλει ο καθένας από εμάς να το κατακτήσει με προσωπικήν (και όχι με στενώς νοουμένην ατομικιστικήν) πορείαν του εν τη Εκκλησία. Έκαστος εξ ημών καλείται επίσης να αποθάνει ως παλαιός, ώστε να αναστηθεί και πάλιν ως καινός άνθρωπος εν Χριστώ. Ο Θεός εν Χριστώ και εν τη δυνάμει του Αγίου Πνεύματος έχει την πρωτοβουλίαν, αλλά έκαστος εξ ημών οφείλει να ανταποκριθεί εις την κλήσιν Του και να συνεργήσει προς την επίτευξιν της σωτηρίας του και της Βασιλείας του Θεού «ως εν ουρανώ και επί της γης» (Ματθ. 6:10).

10. Διά τούτο και η Ορθόδοξος Εκκλησία μας προσέδωσε μυστηριακό χαρακτήρα εις την θεραπείαν και την καταλλαγήν. Το Ευχέλαιον είναι μια εκκλησιαστική λειτουργική Ακολουθία, ένα Μυστήριον που εγγυάται τα δώρα της Θείας Χάριτος, και ανανεωνει σε κάθε άνθρωπο την εσχατολογική πραγματικότητα του δοξασμού, της αγάπης και της αθανασίας εν Χριστώ. Ως τοιούτο δε θεραπεύει τον ανθρώπινο φυσικό και πνευματικό πόνο και αποκαθιστά την κοινωνία και την επικοινωνία του πιστού με τον Θεό. Η θεραπεία και η καταλλαγή διαπνέουν, πράγματι, όλες τις λατρευτικές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Τα Μυστήρια, ωστόσο, δεν θεωρούνται μαγικές, θα λέγαμε, τελετές. Αι ασθένειαι και ο θάνατος, ως αναπόφευκτες εμπειρίες αι οποίαι έρχονται να συσκοτίσουν και να περιορίσουν τον ανθρώπινον βίον δεν νοούνται ως μορφαί θεϊκής εκδικήσεως αλλά μάλλον ως αι συνέπειαι της αποξενώσεως των ανθρώπων από τον Θεόν και της θραύσεως της σχέσεως του κόσμου προς Εκείνον. Ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήρε τις αδυναμίες μας και επωμίσθηκε τις ασθένειές μας, απήλλαξε, με την Ανάστασίν Του, και τον ιδικόν μας βίον από την αποσπασματικότητα και τις ατέλειές του. Υπερβαίνοντας τον κόσμον, ο Χριστός έδωσε εις τους ανθρώπους ειρήνην, χαράν και πρόσβασιν εις την άφθαρτον ζωήν εν τη Επουρανίω Του Βασιλεία.

11. Θα ήθελα τώρα να στραφώ προς τις πρακτικές συνέπειες των θεολογικών σκέψεων τας οποίας εξέφρασα πολύ επιγραμματικά μέχρι τώρα. Το Συνέδριόν σας είναι επίκαιρο και σημαντικό, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προκλήσεων τις οποίες άπαντες οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουμε σήμερα. Εις πολλάς περιπτώσεις, ο κόσμος εντός του οποίου ζούμε σήμερα δεν είναι πλέον καθόλου ίδιος προς τον κόσμον εντός του οποίου έζη η Εκκλησία μας κατά το παρελθόν και ανέπτυσσε την ιεραποστολικήν της θεολογίαν και πράξιν. 

Η επίδρασις της παγκοσμιοποιήσεως, ως πολιτισμικού και όχι πλέον ως οικονομικού φαινομένου, καθίσταται ολοένα και πιο αισθητή. Το άνοιγμα των εθνικών συνόρων και οι εντεινόμενες μετακινήσεις πληθυσμών από τόπου εις τόπον συντελούν εις την διαμόρφωσιν ενός πολύ διαφορετικού περιβάλλοντος διά την χριστιανικήν μας μαρτυρίαν απ’ ό,τι ήτο το περιβάλλον αυτό κατά το παρελθόν. Παραδοσιακά και ιστορικά μονο-θρησκευτικές κοινωνίες φαίνεται ότι μεταλλάσσονται εις πολυ-θρησκευτικές, οι πιστοί Χριστιανοί ζουν πλέον κοντά σε ανθρώπους άλλων πίστεων, άλλων φυλών, παραδόσεων, γλωσσών,αλλά μοιράζονται μαζί τους χαρές και λύπες εντός των ιδίων κοινωνιών, συνάπτουν μεικτούς γάμους, μετέχουν εις τις ίδιες κοινωνικές ή οικογενειακές εκδηλώσεις. Έχουμε σκληρό αγώνα μπροστά μας για να διαφυλάξωμε τις παραδοσιακές χριστιανικές μας αξίες, την πνευματική μας ταυτότητα, την πίστη μας και την ιδιοπροσωπίαν μας, παρά το γεγονός ότι ουδεμία ίσως από τις σύγχρονες κοινωνίες δεν θα ηδύνατο να ισχυρισθεί ότι είναι αμιγώς χριστιανική. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι άλλων πίστεων ζουν πλάι στους Χριστιανούς και αγωνίζονται εναντίον των ιδίων προκλήσεων της αθεΐας, του αγνωστικισμού και της αντι-θρησκευτικής εκκοσμικεύσεως. Εντός αυτού του τρικυμιώδους περιβάλλοντος καλούμεθα εμείς να καταστούμε φάροι θεραπείας και καταλλαγής. Τα ιστορικά τραύματα μεταξύ Εκκλησιών, εθνών, κοινοτήτων, ακόμη και οικογενειών, χρήζουν αγωγής με πνεύμα ταπεινότητος, προκειμένου να γίνει προσπάθεια θεραπείας των και συμφιλιώσεως των ανθρώπων, καθώς ατενίζομε προς το μέλλον. Εις τον κόσμον μας έπειτα ιδίως από την 11ην Σεπτεμβρίου, κάτι τέτοιο καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικόν απ’ ό,τι ήτο εις παλαιότερες εποχές.

12. Αι συνέπειαι της παγκοσμιοποιήσεως, της τρομοκρατίας, αλλά και του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας, καθιστούν επιτακτικήν διά την Εκκλησίαν την επανεύρεσιν της προφητικής Της φωνής. Όταν οι λαοί πένονται ολοέν και περισσότερον, ενώ οι πλούσιοι γίνονται ολοένα πλουσιότεροι και οι σύγχρονοι οικονομολόγοι και πολιτικοί δικαιολογούν τας αποφάσεις και τας ενεργείας των (σχετικώς είτε με πολέμους είτε με την κατάστασιν των οικονομιών του κόσμου) ως «ιστορικώς αναπόφευκτες», καθώς λέγουν, τότε η Εκκλησία οφείλει να υψώνει την φωνήν Της και να λαμβάνει θέσιν υπέρ της ειρήνης, υπέρ των πτωχών, υπέρ των περιθωριοποιουμένων και των ανίσχυρων. Οφείλει να καθίσταται Εκείνη ο ισχυρός μάρτυς των αξιών του Ευαγγελίου, επαναβεβαιούσα ότι ο Κύριός μας είναι ο «άρχων της ειρήνης» και ότι όλα τα επί της γης ανήκουν εις Αυτόν. Όπως με την θεόπνευστον ευγλωττίαν των διεκήρυσσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατά την εποχήν των, πάντα τα αγαθά και οι πόροι του πλανήτου μας πρέπει να είναι κοινά και προσβάσιμα εις όλους. Ειρήνη χωρίς δικαιοσύνην είναι χιμαιρική επιδίωξις.

13. Εις μίαν εποχήν κατά την οποίαν τα κοσμικά κράτη, τα οποία ενοχλούνται από τις αξίες του Ευαγγελίου, επιχειρούν να κλειδώσουν εντός της ιδιωτικής σφαίρας την πίστιν και τις συνδεόμενες με αυτήν κοινωνικές και ηθικές αξίες, η Εκκλησία καλείται να καταθέσει και πάλι την μαρτυρίαν Της περί των αξιών της επουρανίου Βασιλείας, χωρίς να συμμορφώνεται με εκείνα τα οποία αρέσουν εις τους ισχυρούς της πολιτικής και του χρήματος του κόσμου τούτου. Η Εκκλησία δεν υπάρχει δια να τρέχει πίσω από τις αντίθετες προς το θέλημα του Θεού δυνάμεις, αλλά να δίδει μαρτυρία πίστεως, δυνάμεως και αληθείας. Δεν θα πρέπει οι Χριστιανοί, οι οποίοι είναι ταυτοχρόνως πολίται των συγχρόνων κοινωνιών, να παραιτηθούν από την μαρτυρίαν των αξιών του Ευαγγελίου ούτε θα πρέπει να παραμείνουν σιωπηλοί ενώπιον των τάσεων ορισμένων συγχρόνων εκκοσμικευμένων κρατών κατά την εποχήν μας, τα οποία επιχειρούν να επιβάλουν εις τους λαούς των αξίες και πρότυπα ξένα προς αυτούς.

Εις τοιαύτας περιπτώσεις, η Εκκλησία θα πρέπει, εν συνδυασμώ προς την επιζήτησιν τρόπων και μέσων θεραπείας και καταλλαγής, να λειτουργεί ως πολιτισμικόν αντίβαρον και να υιοθετεί μίαν στάσιν η οποία θα Της επιτρέπει να τολμά να εκφράζει προς τους ισχυρούς το Θέλημα του Θεού, όπως έπρατταν κατά το παρελθόν οι Προφήται και όπως έπρατταν οι Πατέρες της Εκκλησίας κατά την εποχήν των.

14. Θα ήθελα να κλείσω με μίαν τελευταίαν σκέψη, αν και όχι ολιγότερο σημαντικήν. Η ιεραποστολική μας στάση και συμπεριφορά θα πρέπει πάντοτε να διέπονται και να τρέφονται από αγάπην. Ο Χριστός εκέρδισε τον κόσμον, συνέτριψε τας πύλας του Άδου διά της τελείας αγάπης, της αγάπης εκείνης η οποία τον οδήγησε εις τον θάνατον επί του Σταυρού. Η αγάπη είναι το μυστικόν εκείνο όπλον το οποίον φέρει την μετάνοιαν διά τας αμαρτίας του παρελθόντος, φέρει την θεραπείαν των τραυματικών αναμνήσεων και την συμφιλίωσιν μεταξύ των αποξενωμένων ανθρώπων. «Τίς ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;», είναι το ρητορικόν ερώτημα το οποίον θέτει ο Απόστολος Παύλος, και συνεχίζει: «θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;». Τίποτε από αυτά, διότι […] «εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν διά του αγαπήσαντος ημάς. Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού τής εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. 8:35-39). Το κλειδί και η οδός προς την θεραπεία και την καταλλαγή είναι η ταπεινότητα και η αγάπη προς τον Θεό και προς αλλήλους.

15. Στο λίκνο τούτο της δημοκρατίας, στην κυρία είσοδο για την Ευρώπη, όπου ο Απόστολος Παύλος για πρώτη φορά κήρυξε, στη χώρα όπου δημιουργικά ανεπτύχθη ο ανθρωποκεντρικός πολιτισμός και ο σεβασμός τα αρχαίων Ελλήνων και έλαβε το Ευαγγέλιο στη μητέρα γλώσσα των κατοίκων της, η ημετέρα Εκκλησία της Ελλάδος είναι εξόχως ευτυχής και θεωρει τιμήν της να σας υποδέχεται όλους και να φιλοξενεί το Παγκόσμιο Συνέδριο Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού του Π.Σ.Ε.

Είη η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η «θεραπεύουσα και καταλλάσσουσα» Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων ημών και είθε να μας ενδυναμώνει εις την κοινήν μας πορείαν προς μαρτυρίαν του Ευαγγελίου μετ’ αυθεντικότητος και πληρότητος. Σας εύχομαι εκ βάθους καρδίας κάθε επιτυχίαν εις το έργον σας.

[Μτφρ. εκ του αγγλικού: Δρ Νικόλαος Κ. Πετρόπουλος]

Sunday the 22nd.