Εισαγωγική ομιλία ενώπιον της Ιεράς Συνόδου

Εκτύπωση

Εισαγωγική ομιλία ενώπιον της Ιεράς Συνόδου

6/10/1998

Σεβασμιώτατε Γέροντα Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομε,
Αντιπρόεδρε της Ι. Συνόδου,
Σεβασμιώτατοι καί αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί και Πατέρες, 

Μέ δικαιολογημένη συγκίνηση προεδρεύομε της παρούσης, πρώτης, μετά τήν, τή χάριτι τού Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, έκλογήν μας στον περικλεά και περίπυστον τούτον Θρόvov, τακτικής συνελεύσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας , και ιστάμενοι ήδη επί της προεδρικής ταύτης καθέδρας, αναπολούμεν κατά πρώτον μέν τους αοιδίμους προκατόχους μας Αρχιεπισκόπους, που την έκλεισαν ενδόξως και με την παρουσίαν των στο Πηδάλιον του σκάφους της Εκκλησίας εξασφάλισαν σ'αυτό ουριοδρόμον πορείαν εν μέσω ενίοτε σκοπέλων και συμπληγάδων . Ιδιαιτέρως στρέφομεν ευγνώμονα τή σκέψη μας προς το πρόσωπο τοϋ αειμνήστου προκατόχου μας κυρού Σεραφείμ, που επί 24 χρόνια, κατείχεν αυτή την έδρα και διηύθυνε με σύνεση και, αποφασιστικότητα τις εργασίες των Συνόδων μας ."Επειτα δέ αναπολούμε τις ευλογίες του Θεοϋ, ων ηξιώθημεν κατά την υπερτριαντακονταετή ταπεινή μας θητεία στην Εκκλησία. Εισήλθαμε στίς τάξεις των μοναχών σε πολύ νεαράν ηλικία, εγκαταβιώσαντες σε Μονή, με συγκροτημένη ολιγομελή Αδελφότητα,ορμηθέντες από τα υψηλά ιδεώδη της κατά Χριστόν ζωής και πολιτείας, καί δεχθήκαμε τη χάρη της ιερωσύνης μετά δέους, αφοσιωμένοι στο ιεραποστολικό έργο, υπέρ του οποίου εξεδαπανήσαμε όλες μας τις δυνάμεις. Ο Κύριος ηυδόκησε πάλιν σέ σχετικως νεαρή ηλικία νά καταξιωθούμε της αρχιερατικής χάριτος και να θέσωμe εκ νέου την χείρα επί το άροτρον στην περιώνυμη Ι. Μητρόπολη Δημητριάδος, της οποίας υπήρξαμεν επί 24ετίαν όλην Πατήρ καιi Ποιμήν καi Επίσκοπος, αφήσαντες σε αυτήν ένα μεγάλο καμμάτi του εαυτού μας καί αποκομίσαντες από αυτήν τα δάκρυα της αγάπης κλήρου και λαού, όταν η εύνοια των Σεβασμιωτάτων Αδελφών Ιεραρχών μας ανύψωσε στον Θρόνο τούτο. 

Η συγκίνησή μας είναι μεγάλη καθώς βλέπομε ενώπιόν μας όλην τήν εv Χριστώ επισκοπική μας Αδελφότητα, απαρτιζομένην από πολιούς της Εκκλησίας μας πρεσβύτας, που έχουν αναλώσeι τις δυνάμεις των στη διακονία του αγιωτάτου θελήματος του Χριστού και αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο εκκλησιαστικής παρακαταθήκης για τους νεωτέρους που οφείλουμε προς αυτούς τιμή,σεβασμό και αγάπη, αλλά και από άλλους ωρίμους Αδελφούς Ιεράρχες, που έχουν όλοι την συνείδηση του χρέους των στο έπακρον καλλιεργημένη, που εργάζονται φιλότιμα και αποδοτικά στο γεώργιό τους και που μετέχοντeς των συνελεύσεων της Ιεραρχiας, με γνήσια εκκλησιολογτκή συνείδηση εκκλησιαστικού Ποιμένα, κάτω άπο τήν επίπνοια του 'Αγ. Πνεύματος, εκπληρώνουν ένα υπέρτατο χρέος απέναντι στην όλη Εκκλησία, την τοπική και την οικουμενική, επιμερίζοντες μεταξύ των την ευθύνη για την, με ενότητα και ειρήνη, μέ ηπιότητα και συνεργασία, με σοφία και δύναμη, αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων της ζωής της 'Εκκλησιας . Προς όλους αυτούς, προς όλους υμάς απευθύνομε τον εν Χρiστώ χαιρετισμό μας και αποδίδομε τον ειλικρινή αδελφικό μας ασπασμόν, μνήμονες της μεγάλης μας ευθύνης για την σε μας ανάθεση, από τήν πλειοψηφία, των χρεών τής υψηλής αυτής θέσεώς μας . Σας ευχαριστούμεν για την τιμηττκή για μας επιλογή σας , έστω και αν αυτή απετέλεσε και. αποτελεί για μας ανηφορικό Γολγοθά σταυρικής πορείας ήδη από των πρώτων ημερών. Ευχαριστούμεν επίσης από της θέσεως αυτής άπαντας υμάς, τόσον τους νεωτέρους, όσον και τους πρεσβυτέρους, ιδίως αυτούς , διότι ανεξαιρέτως άπαντες, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε προεκλογικής σας τοποθετήσεως, έχετε επιδείξει έναντι του νέου Αρχιεπισκόπου παραδειγματική συμπεριφορά αναγνώρισης, τιμής, ακόμη και σεβασμού εν ονόματι της σεβασμίας παράδοσης της Εκκλησίας, της εν αυτή ενότητος και του σεβασμού των θεσμών. Τήν περινούστατη αυτή στάση σας εκτιμάμε κατ' αξίαν και υποσχόμεθα νά στηριχθούμεν επ' αυτής γτά νά οικοδομήσουμε όλοι μαζί το νέο πρόσωπο της εσωτερικής δύναμής μας, που εκδηλώνεται προς τα έξω ευεργεττκά για την Εκκλησία. Η τιμή άλλωστε προς τον Αρχτεπίσκοπον, ως προς τον Πρώτον μεταξύ ίσων, είναι κανονική υποχρέωση πού έχει και πρακτικές προεκτάσεις. Συμφέρει όλη την Εκκλησία να είναι ο Πρώτος της σε θέση να διεκδικεί τα δίκαιά της , περιβαλλόμενος από τήν εμπιστοσύνη των εν Χριστώ αδελφών του και του λαού, νά ομιλεί από θέσεως ισχύος προς τούς εναντιουμένους στο θέλημα του Θεού, νά προβάλλει μετά ισχύος τα καλώς νοούμενα συμφέροντα Εκκλησίας και Εθνους . Ο Αρχιεπίσκοπος ημπορεί και πρέπει να κρίνεται γτα τις πράξεις και παραλείψεις του, δεν μπορεί όμως νά αμφισβητείται ο θεσμικός ρόλος του. Ο Αρχιεπίσκοπος, η Εκκλησία στο σύνολό της είναι ιερή παρακαταθήκη της ιστορίας του Γένους μας. Ως o ελάχιστος εν αδελφοίς αλλά και. εις την κορυφήν της πόλεως της επάνω όρους κειμένης, ο Προκαθήμενος οφείλει να δίδει το παράδειγμα της αγάπης, αλλά και της θυσίας, ως ο προ ολίγου καiρού τιμηθείς Νεομάρτυς άγιος Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης. Από τή Θέση του επίσης ο Πρώτος είναι η φωνή Εκκλησίας, φωνή παραμυθητική, φωνή παρηγορίας, αλλά όταν χρειάζεται και φωνή ελεγκτική . Κατά το φωτεινό παράδειγμα του Kυρίου μας , των Αποστόλων; των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και των Νεομαρτύρων μας, όσο ζούμε δεν θα παύσουμε να λαλούμε, κατά το του Αποστόλου των Eθνών Παύλου, το οποίον έγραψε προς τους Κορινθίους "Αεί γαρ ημείς οι ζώντες εις θάνατον παραδιδόμεθα διά Ιησοϋν, ίνα και η ζωή του Ιησού φανερωθή εν τη θνητή σαρκί ημών.΄Ωστε ο μέν θάνατος εν ημίν ενεργείται, η δε ζωή εν υμίν. Έχοντες δε το αυτό πνεύμα της πίστεως, κατά το γεγραμμένον "Επίστευσα, διό ελάλησα" , και ημείς πιστεύομεν, διό και λαλούμεν, ειδίοτες ότι ο εγείρας τον Κύριον Ιησούν και ημάς διά Ιησού εγερεί" (Β Κορ.δ, 12-14 ). Kαι ενθυμούμαι πάντοτε τή συμβουλή του Αποστόλου προς τον μαθητήν του Άγιον Tίτον. Αφού του περιγράφει πώς πρέπει να ομιλεί, ως Επίσκοπος, προσθέτει "Ταύτα λάλει και παρακάλει και έλεγχε μετά πάσης επιταγής". Αυτή την πορεία, Αδελφοi εν Χριστώ, είμαι αποφασισμένος να ακολουθήσω , ανεξαρτήτως εμποδίων, τα οποία ευρίσκω ή θά ευρίσκω μπροστά μου, εντός και εκτός της Εκκλησίας μας.


Σχέσεις Εκκλησίας καί Πολιτείας

Απ'αρχής της αναρρήσεώς μας στον Θρόνο εθέσαμεν ως αρχήν μας την εξασφάλισιν αγαστών σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας καί Πολιτείας επ'αγαθώ αμφοτέρων. Και εφροντίσαμεν να συμπεριλάβουμε στον επιβατήριο λόγο μας ειδική παράγραφο, διαστείλαντες τα πεδία αρμοδιότητος και δικαιοδοσίας της Εκκλησίας και της Πολιτείας και την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των. Συνηντήθημεν και με τον κ. Πρόεδρον της Δημοκρατίας και με τον κ. Πρωθυπουργόν και με Υπουργούς διαφόρους, ως λ.χ. τον της ΕΘν.Παιδείας, τον της Εθν.Αμυνας, - Εξωτeρικών, Γεωργίας κλπ. Σε όλους συναντήσαμε θερμή τιμητική υποδοχή, καλούς λόγους και διάθεση συνεργασίας με την Εκκλησία την οποίαν αξιοποιήσαμεν υπέρ της Εκκλησίας . Διά του κ. Υπουργού ΕΘν. Παιδείας προωθήσαμε την αναδιάρθρωση της 'Εκκλ. Εκπαίδευσης, όπως θά σας ανακοινώσωμe στη συνέχεια, ο δε κ. Υπουργός Εξωτερικών συνεφώνησε για το ρόλο της Εκκλησίας μας στην ανάπτυξη των σχέσεών μας με τις ομόδοξες καί ετερόδοξες Εκκλησίες. Παντοϋ συναντήσαμe σεβασμό, διαλεκτική διάθεση καί θερμή φιλική αντιμeτώπιση.Δεν θέλουμε με αυτά να πούμε ότι δεν υπάρχουν και οι αντικείμενοι σε εμάς. Αλλά η δύναμη που μας δίδει ο Κύριος, που μας δίδουν οι Άγιοί μας Πατέρες, Ιεράρχες, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές και οι Νεομάρτυρες, αλλά και η εμπιστοσύνη την οποία μας δείχνει ο λαός με τις πρωτοφανείς υπέρ ημών εκδηλώσεις του λειτουργούν ως ασπίδα και θώρακας, που μας προστατεύει, μαζί με όλη την Εκκλησία, από κάθε εμπλοκή και διαμάχη την οποίαν δεν επιθυμούμεν. Αντιθέτως ενεργούμεν πάντοτε μετά συνέσεως και διαπιστώνομεν ότι και η κυβέρνηση δεν επιθυμεί σύγκρουση με την Εκκλησία. Η Εκκλησία θέλει να κρατήσουμε την ιστορική μας συνείδηση, τη μνήμη μας ζωντανή. Θέλει να μας βοηθήσει να μη χάσουμε την ελληνικότητά μας. Και υπ'αυτή την έννοια ομιλεί επί θεμάτων του Γένους. Αυτό όμως δεν αποτελεί κριτική της κυβερνητικής πολιτικής. Με το δικό μας κριτήριο ο λόγος της Εκκλησίας λειτουργεί σε άλλη παράλληλο από αυτόν της κυβερνήσεως και των πολιτικών. Και δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ότι σταθερή μας επιθυμία είναι οι δύο αυτοί λόγοι να συλλειτουργούν. Και μέχρι στιγμής το έχουμε επιτύχει. Πολλάκις κυβερνητικά στελέχη μας διαβεβαίωσαν για τις αγαθές των προθέσεις έναντι της Εκκλησίας και ημών προσωπικά και μας συνέστησαν να μη ακούμε φωνές άλλων παραγόντων του δημοσίου βίου, οι οποίες είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την πορεία της Εκκλησίας μας.


Εκκλησία καi σύγχρονος κόσμος 
Είναι βέβαια αληθές και πανθομολογούμευο οτι, μετά την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου, σύμπας ο ελληνικός λαός, απ' άκρου σε άκρο της πατρίδος μας, εναπέθεσε πολλές ελπίδες στην Εκκλησία και προσδοκίες.Τον απόηχο του νέου αυτού ενθουσιαστικού κλίματος που έχει δημιουργηθή στήν πατρίδα μας γεύονται όλοι oι κληρικοί μας, ομολογούντες ότι, τά προς την Εκκλησία και προς τους ιδίους αισθήματα της μεγάλης πλειονοψηφίας των Ελλήνων μετεβλήθησαν θετικώς καί oι νεοι εκφράζονται ενθουσιωδώς γιά τήν Ορθοδοξία και ο λαός ζη μέσα σέ ατμόσφαιρα χαράς. 
Εμείς, με βάση τα ανωτέρω, τούτο μόνο λέγομεν, ότι αποκλειστική μας σκέψη καί επιδίωξη ειναι, 


να συμβάλωμε, μαζί με τους εν Χριστώ Αδελφούς μας, στην πνευματική καλλιέργεια του λαού μας και στη λύση των μεγάλων προβλημάτων που τον καταπιέζουν σήμερα. Ο Μπερντιάεφ έλεγε ότι " Όταν αγωνίζεσαι για το ψωμί σου, το πρόβλημα είναι υλικό μα όταν αγωνίζεσαι για το ψωμί του άλλου, το πρόβλημα μεταβάλλεται αυτόχρημα σε πνευματικό". Τότε είναι που αλληλοπεριχωρούνται θεολογία καί πολιτική . Ο πιστός και πολύ περισσότερο ο εκκλησιαστικός ηγέτης δεν μπορεϊ να αδιαφορήσει ενώπtον τών ποικίλων δρωμένων σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από δομές που πολλαπλασιάζουν την αδικία, τήν εκμετάλλευση, τή βία, τήν καταπάτηση της παγκόσμιας νομιμότητας σε διεθνή κλίμακα και τα άλλα υποπροϊόντα τοϋ κακοϋ" (Στ.Παπαθεμελής, "Tο Βήμα" 30-8-'98). 


Παράλληλα επιδιώκουμε δι' αυτού του τρόπου να βγη η Εκκλησία από την κοινωνική απομόνωση , και το κοινωνικό περιθώριο. Eίναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί εκ του λαού και εκ των κρατούντων δεν είχαν συνηθίσει νά βλέπουν τον Αρχιεπίσκοπον της Ελλάδος να λειτουργεί στους ιερούς ναούς και να ομιλεί επί ζητημάτων πνευματικών καθώς και άλλων που απασχολοϋν το λαό μας, να γίνεται αποδεκτός ο λόγος του από τήν πλειονότητα τοϋ κόσμου, να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντας των ΜΜΕ. Δεν επεδιώξαμεν ήμεiς ούτε τον θόρυβον πέριξ του ονόματός μας, ούτε τις ύπέρ ημών εκδηλώαεις τοϋ λααϋ. Ενεργούμεν, όπως άλλωστε όλοι μας άγιοι Αδελφοί, ως Επίσκοπος του Γένους καί ως Ποιμήν της Εκκλησiας . Oι όποιοι επικριτές μας αγνοούν την ιστορία της Εκκλησίας και του Ελληνισμοϋ. Αγνοούν ακόμη την ουσία του Λόγου του Θεού και της κοινωνικής του δυναμικής. Ο θείος λόγος αγκαλιάζει "τά καθόλου" και όχι "τα καθ'έκαστον". Η σφαιρικότητα αυτή προσδίδει στο λόγο ζωντάνια και απήχηση. Kαι αυτό είναι που ενοχλει. Σέ καμμιά από τις ομιλίες μας δεν εξετράπημεν σε πολιτικολογία μέ τήν τρέχουσα έννοια του όρου. Από κανένα λόγο μας δεν συνάγεται ότι παρεμβαίνουμε στην πολιτική καθημερινότητα. Δέν ομιλούμεν ως πολιτικός, αλλ' ως Πατήρ και Πνευματικός ηγέτης. Και δεv δικαιούμεθα να παραιτηθούμε του οίκουμενικού μηνύματος ζωής που εκπροσωπούμε και εκφράζουμε, ενός μηνύματος πού το έχει ανάγκη ο λαός μας . Δεν αντιδικούμε με κανένα, δεν ανταποδίδομε τις ύβρεις και τις προκλήσεις ακόμη και όταν αδικούμεθα και δεν εμπλεκόμεθα σε αλλότρια και δη τα πολιτικά. Οδηγός μας ειναι ο λόγος του σοφού Σειράχ (η, 3 ) "Μη διαμάχει μετά ανθρώπου γλωσσώδους και μη επιστοιβάσης επί του πυρ αυτου ξύλα" . Η φωτιά των παθών που καίει μέσα στις καρδιές τέτοιων ανθρώπων δεν μας επηρεάζει. Ο Ηγέτης, και μάλιστα ο Εκκλησιαστικός, οφείλει να είναι μεγαλόκαρδος και ανεκτικός, να σιωπά όταν το αξίωμά του του επιβάλλει τουτο καi νά ομιλεί μετά παρρησίας οσάκις πάλιν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Και πάντοτε οφείλει να δίδει λόγον των ενεργειών του. 

Ό,τι έχομεν πράξει και είπει αντέχουν και στην πιο αυστηρή κριτική. Εκφράζουμε τη συνείδηση του χρέους μας απέναντι στην Ιστορία και το λαό μας. Αν αυτό ενοχλεί εκείνους που μέχρι χθες κατηγορούσαν την Εκκλησία για απραξία και απουσία από τα κοινωνικά δρώμενα, αυτό δεν είναι λόγος για να υποχωρήσουμε, στις πιέσεις και τις απειλές και να σιωπήσουμε, όταν οι καιροί επιβάλλουν το αγωνιστικό φρόνημα και ολαός απαιτεί να ακούει τον λόγο της αληθείας. Και θα δώσουμε λόγο για την υποταγή μας σε υποδείξεις ενός δήθεν καθωσπρεπισμού που είτε συντηρεί το κλίμα της ηθικής κοινωνικής αδράνειας, είτε απωθεί την Εκκλησία στο περιθώριο, είτε οδηγεί τον Ελληνισμό σε συρρίκνωση. Σε ερώτηση αν είμεθα Παπαφλέσσας απαντήσαμε ότι σήμερα το έθνος δεν ειναι υπόδουλο και επομένως δεν έχει ανάγκην από Παπαφλέσσες. Και συνεπληρώσαμεν αν όμως κάποτε συμβή να τους χρειασθή. τότε μην αμφιβάλλετε ότι από την Εκκλησία θα προέλθουν πολλοί Παπαφλέσσες, που θα αγωνισθούν για το έθνος και θα θυσιαστούν "υπέρ πίστεως και πατρίδος".

Ως προς τις πολιτικές μας όμως πεποιθήσεις, περί των οποίων γίνεται συχνά λόγος, όλοι πρέπει να καταλάβουν ότι ο κληρικός και δη ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να έχουν πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά μόνο πνευματικές χριστιανικές αρχές.Ο βίος του χριστιανού είναι όπως περιγράφεται στην προς Διόγνητον Επιστολή "Χριστιανοί γαρ... πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ'ως πάροικοι. Μετέχουσι πάντων ως πολίται και πανθ' υπομένουσιν ως ξένοι" (Προς Διόγνητον, Ε,1-5). Η Εκκλησία είναι ο χώρος της αγάπης, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ανεκτικότητος. Η Εκκλησία ενώνει υπό τας πτερύγας της όλο το λαό, τον συμβουλεύει, τον αγκαλιάζει στις χαρές και τις λύπες του.Είναι η Μάνα που θυσιάζεται για τα παιδιά της.Ο Αρχιεπίσκοπος πέραν αυτών δεν δικαιούται να έχει άλλες πολιτικές πεποιθήσεις. Ευρίσκεται υπεράνω κομμάτων, ανήκει σε όλους τους Έλληνες, ο λόγος του είναι ενωτικός, καθοδηγητικός και αφυπνιστικός. Ασκεί με περίσκεψη το προφητικό χάρισμα του εκκλησιαστικού Ηγέτη. 


Ο λαός μας προσδοκά σήμερα από την Εκκλησία του να διαδραματίσει το ρόλο της μέσα κι έξω από τη χώρα μας, σε μια περίοδο όπου τα πάντα αλλάσσουν και ο κόσμος μεταβάλλεται άρδην, ενώ τα αυτονόητα υποχωρούν και νέες συνθήκες ζωής επιβάλλονται στον τόπο μας, που απειλούν παραδοσιακούς θεσμούς αιώνων. Στο έργο αυτό πιστεύουμε ότι δεν είμεθα μόνοι. Μας πλαισιώνει ο χορός των Συνεπισκόπων μας και η αγάπη του κλήρου και του λαού μας, υπεράνω δε πάντων μας προστατεύει η χάρις και η δύναμις του Θεού. Και εύκαιρον θεωρούμε και σήμερα τον χρόνο για να δηλώσουμε άπαξ έτι προς πάντας ότι, της εκλογής νέου Αρχιεπισκόπου περατωθείσης διά διαφανών και υπό πάντων αναγνωρισθεισών και επαινεθεισών αψόγων κανονικών και συνοδικών διαδικασιών, και του Θρόνου ήδη πληρωθέντος διά της ημετέρας Μετριότητος, η προεκλογική περίοδος ανήκει οριστικώς στο παρελθόν, το κατ' αυτήν επικρατήσαν προς στιγμήν κλίμα παρήλθε και ο Αρχιεπίσκοπος ανήκει σε όλους, τιμά και αγαπά όλους, στηρίζεται στη βοήθεια όλων, ζητεί τη συμπαράσταση και τη συνεργασία όλων και επιδιώκει την αξιοποίηση όλων των δυνάμεων της Εκκλησίας μέσα σε πλαίσια αξιοκρατίας αρχών και ακεραιότητος. Το πνεύμα μας αυτό εφροντίσαμε από την πρώτη στιγμή να καταστήσουμε σαφές με συγκεκριμένες ενέργειές μας, που επεδίωξαν να παγιώσουν στην Εκκλησία μας την ενότητα, την αγάπη, την εν Χριστώ κοινωνία και τη συνεργασία όλων μας. Μέσα στο κλίμα αυτό όλοι έχουν τη θέση των και κανείς δεν πρέπει να απομονωθή. Ως μέλη της μεγάλης οικογένειάς μας, οφείλουμε να συστρατευθούμε, αξιοποιούντες τη μεγάλη μας δυνατότητα της συνοδικότητας, που συνιστά ευλογία για το έργο της Εκκλησίας μας. Μαζί θα αντιμετωπίσουμε κάθε δυσκολία και μέσα στο πνεύμα αυτό θα συμπεριφερθούμε προς πάντας, με βαθειά επίγνωση της κρισιμότητος των καιρών, δίδοντες το σύνθημα της εργασίας και της ανιδιοτέλειας. Η εν Χριστώ αγάπη μας συνδέει όλους και καμμία δύναμη δεν μπορεί να μας χωρίζει. Είμεθα μέσα στην Εκκλησία για να εργαζώμεθα ακατάπαυστα για τη δόξα του Θεού και για τη σωτηρία του κόσμου. Τα όπλα της στρατείας μας είναι ενώπιον μας πνευματικά. Οφείλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε προς δόξαν Θεού και έπαινον Εκκλησίας. Οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι η Εκκλησία υπάρχει, έχει ρόλον μέσα στην κοινωνία, διαθέτει λόγο φερέγγυο, μπορεί και πρέπει να βοηθήσει το λαό.

Τούτο σημαίνει την έναρξη της δικής μας επανάστασης. Η Εκκλησία έχει γυρίσει σελίδα στην Ιστορία της. Δεν δικαιούται να παραμείνει άλλο στη σκιά. Ο λαός -το βλέπετε- θέλει την Εκκλησία του εμπνευστική, δυναμική, αληθινή Μητέρα. Την εικόνα αυτής της Εκκλησίας χειροκροτεί με πάθος και αυτήν υιοθετεί και αγαπά. Δεν μπορούμε και δεν δικαιούμεθα να τον διαψεύσουμε, να του κρημνίσουμε τις ελπίδες που έχει στους ώμους μας στηρίξει. Αν θέλουμε να έχουμε μιά θέση στην καρδιά του, θα πρέπει να τον πείσουμε ότι έχουμε παραμερίσει προσωπικές φιλοδοξίες ή άλλες επιδιώξεις και ότι είμαστε προσηλωμένοι στο μεγάλο έργο της αποστολής μας. Η νεολαία περιμένει, η οικογένεια αδημονεί, η κοινωνία προσβλέπει. Αλλοίμονο αν απογοητεύσουμε. Θα κατρακυλήσουμε όλοι μαζί στη σκάλα της ανυποληψίας. Θα έχουμε χάσει μια μοναδική ευκαιρία, που ο Θεός τώρα μας έδωσε. Δεν δικαιούται κανένας από εμάς να απολακτίσει την ευκαιρία αυτή. Ας εγκαταλείψουμε τα καταφύγια των τοίχων των γραφείων μας, όσοι από εμάς είμεθα μέσα σ' αυτά κλεισμένοι και ας μπούμε στην κονίστρα των αγώνων για το λαό μας. 


Υπό το αυτό πνεύμα κινούμενοι ανελάβαμε, κατόπιν προσκλήσεων των οικείων Ιεραρχών, επισκέψεις σε ακριτικές και άλλες Ι. Μητροπόλεις να έλθουμε σε άμεση επαφή με το λαό, να τονώσουμε το φρόνημά του και να επιδείξουμε το πνεύμα ενότητος που χαρακτηρίζει τους Ηγέτες της Εκκλησίας. Παντού όπου ευρέθημεν ετονίσαμε τον σύνδεσμον της αγάπης που μας ενώνει τους Ιεράρχες, τις ευρύτατες προόπτικες που διανοίγονται ενώπιόν μας εν όψει της νέας χιλιετίας, και κυρίως την ανάγκην επιστροφής όλων στις παραδοσιακές μας ρίζες. "Χριστόν και Ελλάδα" εκηρύξαμεν τονίζοντας την αξίαν της παραδόσεώς μας και την ανάγκην να στηριχθή το έθνος επ' αυτής. 


Ο Συνοδικός Θεσμός 
Η σημερινή τακτική συνέλευση της ΙΣΙ επιβάλλει στον Ομιλούντα να μη περιορισθή σε τυπικούς μόνον λόγους αβρότητος και ευγενείας, αλλά να προχωρήσει στην εκδίπλωση των ανησυχιών του, των σχεδίων του και της αγωνίας του για την πορεία της ιεράς Ολκάδος της καθ΄Ελλάδα Εκκλησίας. Κανείς μας δεν είναι ξένος προς τα προβλήματα της Εκκλησίας μας. Τα ζούμεν άλλωστε οι περισσότεροι για πολλές δεκαετίες και σε κατ'ιδίαν συζητήσεις μας τα αναφέρουμε και ζητούμε λύσεις. Επιτρέψατέ μας λοιπόν και σήμερα, μέσα στην πανηγυρική τούτη ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει την πρώτη μας συνέλευση, να σας καταστήσωμε κοινωνούς μερικών σχετικών σκέψεών μας και ενεργειών στις οποίες προήλθαμε στο βραχύ οπωσδήποτε διάστημα των 5 μηνών από της εκλογής μας. Και τούτο διότι μαζί με την συγκίνηση μας διακατέχει και ο θείος οίστρος της αναδιοργανώσεως των βασικών δομών της Εκκλησίας μας, που, μετά την μακροχρόνια ασθένεια του αοιδίμου Προκατόχου μας, υπέστησαν σημαντική αλλοίωση, ώστε να καθίσταται εκ των πραγμάτων αναγκαία και απαραίτητη η άμεσος επαναφορά του σκάφους της Εκκλησίας μας στις θεμελιώδεις κανονικές του βάσεις από τις οποίες είχε καιρόν απομακρυνθή. Και βεβαίως η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργίας του συνοδικού συστήματος προβάλλει τώρα επιτακτική και αδήριτος.

Όπως ειναι γνωστό, στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας το συνοδικό σύστημα βρίσκεται στη βάση της διοικητικής δομής της. Η Σύνοδος των Επισκόπων είναι "ο έσχατος κριτής των εκκλησιαστικών υποθέσεων" ("Πηδάλιον " σ.120). Τούτο σημαίνει την υποχρεωτική συμμετοχή όλων των εν ενεργεία Ιεραρχών στη διοίκηση της Εκκλησίας για την από κοινού αντιμετώπιση των καθημερινών της προβλημάτων καθώς και τον ανάλογο επιμερισμό της ευθύνης γι'αυτήν σε όλους τους συμμετέχοντες. Ετσι οι Ιεράρχες, με τη συμμετοχή τους είτε στη Σύνοδο της Ιεραρχίας (ΙΣΙ), είτε στη ΔΙΣ, εκπληρώνουν ένα βασικό τους χρέος απέναντι στην Εκκλησία και στη συνείδησή τους. Στην Ορθοδοξία δεν επεκράτησε ποτέ το παπικό μονοκρατορικό σύστημα διοικήσεως και γι'αυτό, ουδέποτε, ούτε Πατριάρχες, ούτε Αρχιεπίσκοποι, ούτε Επίσκοποι μεμονωμένα ενεργούντες, διενοήθησαν να παραβιάσουν την θεμελιώδη αυτή αρχή, που εκφράζεται με τις χαρακτηριστικές πατερικές φράσεις¨"ειδέναι (τους Επισκόπους) τον εν αυτοίς Πρώτον" και "η των πλειόνων ψήφος κρατείτω" (Κανών Στ' της Α Οικουμενικής Συνόδου). Μέσα στα πλαίσια των αδαμαντίνων αυτών αρχών έκαστος Ιεράρχης, αναδεχόμενος τις ευθύνες του για την πορεία του σκάφους της Εκκλησίας, είναι υποχρεωμένος, εντός των πλαισών της συνοδικότητος, να μελετά, να ερευνά, να αγωνιά και να τοποθετείται υπεύθυνα απέναντι στα κορυφαία -κυρίως- ζητήματα της ζωής της, υποτασσόμενος τελικά στην απόφαση της πλειονοψηφίας, όπως επιτάσσει και το ιδιάζον στον εκκλησιαστικό χώρο ήθος. Το ήθος αυτό είναι εξ άλλου εκείνο που κάθε φορά υπαγορεύει σε όλους μας, όχι μόνο την εγρήγορση της συνείδησής μας και της ευθύνης μας για την ομαλή πορεία της ζωής της Εκκλησίας, αλλά και την κατάλληλη αντίδραση στην οποιαδήποτε εκτροπή, μικρή ή μεγαλύτερη, αποκλείοντας εκ των προτέρων τη χρήση της αμετρίας ή της προπέτειας, που δεν δικαιολογούνται ούτε ως έσχατα αναγκαστικά μέσα πρόληψης. 


Όμως το συνοδικό σύστημα δεν καλύπτεται με αποσπασματικά μέτρα αμφίβολης διάρκειας, αλλά με μιά στο σύνολο επαναβεβαίωση των αρχών που το διέπουν. Στη βάση του κινείται η συνοδική συνείδηση των Επισκόπων, έπειτα έρχονται οι θεσμοί και των δύο καρπός είναι η άψογη και χωρίς αποκλίσεις, συνεργασία όλων στη επίλυση των προβλημάτων της Εκκλησίας. Ο ρόλος των Επισκόπων δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητικός. Ενέχει από την πνευματική του φύση τη δυνατότητα ουσιαστικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά δρώμενα, επειδή κάθε Επίσκοπος είναι φορέας της Χάριτος του Θεού πρωτογενώς και της πνευματικής δυνάμεως που από αυτήν απορρέει και εκπορεύεται.

Ιδιαίτερα σήμερα τα οξέα εσωτερικά προβλήματα της Εκκλησίας μας, αλλά και εκείνα του Έθνους μας, επιβάλλουν τη συστράτευση όλων των εκκλησιαστικών δυνάμεων σε μια κοινή υπεράνθρωπη προσπάθεια υπέρβασής των χάριν του λαού και της ψυχής του. Η Εκκλησία δεν είναι παράταξη, είναι Σώμα Χριστού, είναι ενότητα, που εγγυάται η πνοή του Παρακλήτου. Το μεγάλο βάρος πέφτει κυρίως στους ώμους του Πρώτου, για την αναβίωση και λειτουργία της συλλογικότητας και συνοδικότητας. Γι'αυτόν ακριβώς το λόγο, και ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος δεν είναι θρόνος του Μάκβεθ, με ομάδες, παρέες και περιβάλλοντα, αλλά ανοιχτή αγκάλη αγάπης προς όλους και τιμής προς όλους. Και πιστεύουμε ότι όλοι έχετε ήδη γευθή το νέο ήθος και τη νέα πνοή που φιλοδοξούμε να εμφυσήσουμε στην άσκηση της αποστολής μας και στην καθιέρωση των διαπροσωπικών μας σχέσεων. Είναι ακόμη ο θρόνος αυτός έπαλξη που καλείται , εν όψει και των εκρηκτικών προβλημάτων που ορθώνονται απειλητικά στην κοινωνία μας, να αναδείξει και αξιοποιήσει όλες τις υπάρχουσες δυνάμεις της Εκκλησίας και της κοινωνίας, και να θέσει τους λύχνους επί την λυχνίαν, ενδυναμώνοντας την πνευματική ισχύ της εκκλησιαστικής διοίκησης επ' αγαθώ του λαού του Θεού. Κληρικοί όλων των βαθμών και ευσεβείς μοναχοί και λαϊκοί μπορούν και πρέπει να επιστρατευθούν σε μια ειρηνική πανστρατιά για τη σωτηρία του τόπου. Την εκηρύξαμεν άλλωστε από της πρώτης ημέρας και έκτοτε γινόμεθα δέκτης της πρόθυμης επιστράτευσης πολλών εκ του πληρώματος της Εκκλησίας, που επιθυμούν να εργασθούν για τη δόξα της και να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων του καιρού μας. 


Η ανασυγκρότηση του Συνοδικού συστήματος δεν σημαίνει μόνο επιστράτευση των Ιεραρχών, αλλά όλων των πνευματικών δυνάμεων της Εκκλησίας, υπό την σκέπη της Ιεραρχίας, σε μια πανστρατιά αγάπης και αλληλοπεριχώρησης των ιδιωμάτων ήτοι των χαρισμάτων, ικανοτήτων, αρετών και μόχθων, πνευματικών ασκήσεων και επιδόσεων, ώστε να κυριαρχήσει και πάλιν η αγάπη και η ενότης, η δύναμη και η συνοχή. Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και η πρόταση μας προς τη ΔΙΣ για την άρση των επιτιμίων εναντίον των δύο Μητροπολιτών πρ. Αττικής κ. Νικοδήμου και πρ. Θεσσαλιώτιδος κ. Κωνσταντίνου. Υπήρξαν βεβαίως και οι σπεύσαντες να διαβάλλουν τις προθέσεις μας για ενότητα του σώματος της Ιεραρχίας, αλλά και ο Σεβασμιώτατος πρ. Αττικής με μακροσκελές υπόμνημά του προς την Ι. Σύνοδον ενεφανίσθη να αποκρούει την άρσιν του ανυπάρκτου κατ' αυτόν επιτιμίου, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι δήθεν εμείς γνωσιμαχούμεν επειδή από της πρώτης στιγμής της επιβολής των επιτιμίων είχαμε διαφωνήσει ως προς τη νομιμότητα της ενέργειας αυτής, ενώ τώρα αίροντες τα επιτίμια αποδεχόμεθα αυτά ως υπαρκτά. Όμως εμείς ενώ όντως διεφωνήσαμεν τότε, ως μέλος της ΔΙΣ, με την επιβολήν επιτιμίων, υπετάγημεν ακολούθως στη γνώμη της πλειονοψηφίας, πιστοί στις αρχές του συνοδικού συστήματος. Κατά συνέπειαν η τωρινή πρότασή μας για την άρση των επιτιμίων αυτών είναι πράξη συνεπής και προς τα πιστεύματά μας και προς την ανάγκη για ενότητα μέσα στους κόλπους της Ιεραρχίας. Η πρότασή μας προς άρσιν από τούδε και εις το εξής των επιτιμίων είχεν ως κίνητρο την επιταγή της συνειδήσεώς μας και μόνο, με γνώμονα την ενότητα και την αγάπη. Πρέπει και οι Σεβ. Μητροπολίτες Νικόδημος και Κωνσταντίνος να παραδεχθούν ότι εμείς οι Κληρικοί χάριν της πνευματικότητάς μας και χάριν της ειρήνης του λαού του Θεού πρέπει να υπακούωμε ακόμη και σε άδικες καθ'ημών αποφάσεις της Ιεραρχίας, και να μην περιφρονούμεν αυτές. Εχουν άδικο όσοι έκριναν πως η απόφασή μας να προτείνουμε την άρση των επιτιμίων αποτελούσε δήθεν εξόφληση λογαριασμών, εννοούντες τάχα προεκλογικές μας δεσμεύσεις στην εκπλήρωση των οποίων επροχωρήσαμε. Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Δηλούμεν εν βάρει της αρχιερατικής μας συνειδήσεως ότι ενεργήσαμεν ως ενηργήσαμεν αποβλέποντες μόνο και μόνο στην επαναφοράν της ενότητος και της ειρήνης στους κόλπους της Ιεραρχίας και ουδέν πλέον. Περισσότερα όμως επ΄αυτού θα είπωμεν κατά την συζήτησιν του θέματος αυτού στον οικείο τόπο. 


Τ'ο πρόβλημα της ενότητος της Εκκλησίας δεν είναι παρωνυχίδα και πρέπει να εφελκύει πάντοτε το ενδιαφέρον της Ι. Συνόδου.Σχίσματα και παρασυναγωγές καλόν είναι να προλαμβάνονται, άλλως να αντιμετωπίζονται αμέσως διότι η ανοχή των προκαλεί μεγάλους κινδύνους σε βάρος της ενότητας της Εκκλησίας. Μια τέτοια πληγή είναι και το Παλαιοημερολογιτικό Ζήτημα, με το οποίον θα ασχοληθή επίσης η παρούσα ΙΣΙ. Το ζήτημα τούτο τείνει να προσλάβει επί των ημερών μας διαστάσεις, ενω εξάγεται τόσο στη Διασπορά, όπου ευρίσκει έδαφος ανάπτυξης, όσο και στις ομόδοξες χώρες της Βαλκανικής κάνοντας -όπως ισχυρίζονται- ζημία εναντίον των κανονικών δομών των Εκκλησιών, που αχίζουν να ανησυχούν με τη διεύρυνση της λαϊκής βάσεως των σχισματικών παρατάξεων. Επείγει η Εκκλησία να αναλάβει ένα αποφασιστικό ρόλο στην επούλωση του τραύματος στο σώμα της, και με βάση καθαρώς εκκλησιολογικά κριτήρια να προχωρήσει τολμηρά σε υπόδειξη λύσεων, που τελικά θα θεραπεύσουν την πληγή και θα επαναφέρουν την ποθητή γαλήνη στους κόλπους της. 


Στα πλαίσια της ανασυγκρότησης της διοικήσεως μας εντάσσεται και η άμεση ενεργοποίηση των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας. Η ΙΣΙ, αυτό το ανώτατο όργανο διοίκησης, πρέπει κατά τους Κανόνες να συνεδριάζει δις τουλάχιστον του έτους για να επιλαμβάνεται ζητημάτων πίστεως και τάξεως που αναφαίνονται στη ζωή της Εκκλησίας. Η σύγκλησή της οφείλει να σηματοδοτή κάθε φορά ένα σημαντικό βήμα στην προώθηση μέτρων, που απευθύνονται στο σύγχρονο άνθρωπο και αποβλέπουν στον ορθό προσανατολισμό του, εμπρός στη σύγχυση που τον παραδέρνει. Η φωνή της Ιεραρχίας οφείλει να είναι προφητική και αδέσμευτη, μετά παρρησίας λαλούσα την αλήθεια και μη υποκύπτουσα σε σκοπιμότητες. Αλλά για να λειτουργήσει έτσι η ΙΣΙ χρειάζεται την υποστήριξη ενός εκσυγχρονισμένου οργανωτικού σχήματος, με την αναγκαία υποδομή και προεργασία επί των θεμάτων, με έγκαιρη κοινοποίηση των εισηγήσεων στα μέλη της, με τη διεξαγωγή συζητήσεων σε βάθος και ποιότητα, με ομάδες εργασίας, με την άνετη ανταλλαγή απόψεων, με την παρουσία ειδικών συμβούλων. Το σώμα της ΙΣΙ πρέπει να λειτουργεί με βάση τους ι.Κανόνες, αλλά και τις σύγχρονες μεθόδους λήψεων αποφάσεων. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, τότε η ΙΣΙ μετατρέπεται, όπως μέχρι σήμερα, σε σεμινάριο διαλέξεων για την επιμόρφωση των Ιεραρχών. Ευχής έργο είναι να ευρίσκεται η ΙΣΙ σε συνεχή επιφυλακή εν όψει των πελωρίων και ζωτικών για το λαό μας προβλημάτων της καθημερινότητας, και σε άμεση επαφή με τις εξελίξεις της ζωής, που απαιτούν τον γενικό συμπροβληματισμό των υπευθύνων ταγών. Όταν θα συνέρχεται η ΙΣΙ πρέπει τούτο να σηματοδοτεί ένα μείζον γεγονός για την ιστορία του τόπου. Απήχηση αυτού του πνεύματος είναι και το θέμα με το οποίο θα ασχοληθή η παρούσα ΙΣΙ περί της υπό της Εκκλησίας ιδρύσεως παιδικών σταθμών προς υποστήριξη των πτωχών και πολυτέκνων οικογενειών προς αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Είναι ανάγκη να σκύψει ακόμη περισσότερο η Εκκλησία πάνω από τα μεγάλα σημερινά κοινωνικά προβλήματα και να προσφέρει μια χείρα βοηθείας στον αγωνιζόμενο οικογενειάρχη, τον εργαζόμενο άνθρωπο, τον αγωνιώντα νέο. Τίποτε δεν γίνεται χωρίς θυσίες και κόπους. Και η πρόταση που θα ακούσουμε για την ίδρυση παιδικών Σταθμών κινείται προς την κατεύθυνση αυτή, με παράλληλη ανάπτυξη ενός σοβαρού παρεμβατικού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας. 


Ακόμη επιβάλλεται η αναβάθμιση του κύρους των Επισκόπων, και η επικράτηση αξιοκρατικών κριτηρίων κατά την ανάδειξή των. Πρέπει επιτέλους να τονισθή η ανάγκη να δίδεται η εικόνα της επιλογής των αξιοτέρων με βάση ένα σύστημα δικαίας αξιολόγησης της προσφοράς εκάστου υποψηφίου, ώστε να μην ευνοούνται μόνον οι εν Αθήναις διακονούντες και εκείνοι που αναλίσκονται στο ποιμαντικό έργο εν ταις επαρχίαις και μάλιστα αυτοί κατά προτίμησιν. Επείγει επίσης η δημιουργία προϋποθέσεων εγκυρότητος του Σώματος, η εκ των πραγμάτων επαφή του οργάνου με την πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ικανοποιεί η απλή συμπόρευσή του με τα προβλήματα της εποχής. Η Εκκλησία έχει τη δύναμη να τα υπερβαίνει, ιχνηλατώντας, με βάση τη θεία Αποκάλυψη, το δρόμο της σωστής αντιμετώπισής των. Αυτός είναι και ο λόγος των πρώτων τροποποιήσεων, στις οποίες έχομεν εν σχεδίω προέλθει του Κανονισμού λειτουργίας της ΙΣΙ, και οι οποίες θα τεθούν προς έγκρισιν ενώπιον της παρούσης ΙΣΙ. Πρόκειται για ρηξικέλευθες μεν αλλαγές και για πρωτοπορειακές καινοτομίες που ελπίζομε να τύχουν της συνοδικής εγκρίσεως σαν ένα πρώτο βήμα για να σηματοδοτήσουν την απαρχή μιας νέας πορείας του συνοδικού αυτού οργάνου της Εκκλησίας μας. 


Είναι εξ άλλου αδιανόητο να μη λειτουργούν οι υποστηρικτικοί της ΙΣΙ θεσμικοί οργανισμοί, όπως είναι οι Συνοδικές Επιτροπές, που έχουν ουσιαστικά ατονήσει. Διότι ούτε αυτές λειτουργούν κανονικά, ούτε και οι μηχανισμοί που εξασφαλίζουν τον έλεγχο της εφαρμογής και εκτέλεσης των λαμβανομένων συνοδικών αποφάσεων υπάρχουν. Το αποτέλεσμα είναι, ότι σήμερα χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, η ΙΣΙ πολύ απέχει από του να λύει τα ζητήματα. Δυστυχώς δεν υπήρξεν επαρκής χρόνος απο της εκλογής μας μέχρι σήμερα προς αντιμετώπιση και αυτού του προβλήματος, διό και δεν είμεθα έτοιμοι να φέρωμεν ενώπιον της παρούσης ΙΣΙ σχέδιο αναδιοργανώσεως των ΣΕ τουτέστιν αναζωογονήσεως και αφυπνίσεως αυτών από της νάρκης στην οποίαν αι πλείσται εξ αυτών έχουν από ετων περιπέσει. Τα επιτελικά ταύτα όργανα της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να λειτουργούν συνεχώς και να εξασφαλίζουν στην εκκλ. διοίκηση εμπεριστατωμένες και μετά διεξονυχιστική μελέτη εισηγήσεις επι θεμάτων των αρμοδιοτήτων των, ουσιαστικά είτε υπολειτουργούν, εξαιρέσει ελαχίστων, είτε δεν λειτουργούν διόλου. Ενδεικτικό είναι το παράπονο αρκετών εκ των αρχιερατικών και λαϊκών μελών των, που εκλήθησαν προ τριών μηνών ν'αποφανθούν, κατόπιν προτάσεώς μας, περί της διευρύνσεως των τομέων ευθύνης των ΣΕ εις τις οποίες τυπικώς μετέχουν, ότι διά πρώτην φοράν εκαλούντο εις συνεδρίασιν μετά παρέλευση 4 ή και περισσοτέρων ετών. Η κατάσταση πρέπει το ταχύτερον να αλλάξει και το ανανεωτικό και εκσυγχρονιστικό πνεύμα να πνεύσει και στο χώρον αυτόν. Αλλά και η ΔΙΣ, πρέπει να προσφέρει ό,τι θα ανέμενεν κανείς από ένα διαρκές σώμα, που από τη φύση του επιβάλλεται να λειτουργεί συνεχώς και όχι κατά αραιά διαστήματα, με άγρυπνο μάτι προσηλωμένο στα γεγονότα. Αυτό, αν επιτυγχάνετο, θα κινούσε ασφαλώς περισσότερο το ενδιαφέρον των αρχιερατικών μελών της, και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχικών διαδικασιών, παρά το μειονέκτημα του ανεπαρκούς χρόνου της ετήσιας θητείας των μελών της. Το σημείο αυτό λοιπόν ηθελήσαμε να διορθώσωμε κατά την πρώτη συνεδρία της υπό την προεδρίαν μας ΔΙΣ, εισηγηθέντες τον διπλασιασμό τον κατά μήνα συνεδριάσεών της, πράγμα το οποίον έγινε δεκτό. Για δε την ενημέρωση όλης της Ιεραρχίας επί των σοβαροτέρων αποφάσεων της ΔΙΣ καθιερώσαμε την εκάστοτε έκδοση αναλυτικού Δελτίου Τύπου, στο οποίο καταγράφονται οι μείζονος σημασίας αποφάσεις της ΔΙΣ. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκουμε να ικανοποιήσουμε το ενδιαφέρον των Ιεραρχών για τη λειτουργία του διαρκούς συνοδικού οργάνου και να υπερβούμε την κατάσταση ενημερώσεώς των μόνο από τον κοσμικό τύπο. Το δελτίο τούτο αποτελεί ήδη ένα μέσο τακτικής (μηνιαίας) και επίσημης ενημέρωσης των Ιεραρχών επί των λαμβανομένων εκάστοτε αποφάσεων της ΔΙΣ εκδιδόμενο από την Αρχιγραμματεία με αριθμόν πρωτοκόλλου και την σφραγίδα της Ι. Συνόδου, ώστε να καλύπτει με υπευθυνότητα και εγκυρότητα την ανάγκη αυτή. Παλαιότερα είχαμε υποστηρίξει την περιοδική ανανέωση της 12μελούς ΔΙΣ κατά το ήμισυ, ώστε να παραμένει πάντοτε ένας αριθμός 6 συνοδικών της προηγουμένης περιόδου με 6 της νέας ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο. Έτσι θα εξασφαλιζόταν καλύτερα η συνέχεια στην αντιμετώπιση των ζητημάτων και η τήρηση κοινής γραμμής σε όλα τα θέματα. Τούτο όμως απαιτεί τροποποίηση του Καταστατικού μας Χάρτου γι'αυτό και θα πρέπει να συνδυασθή και με άλλες τροποποιήσεις του θεσμικού αυτού κειμένου, που μελετάμε και θα φέρουμε ενώπιόν σας. 


Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι ο άμεσος εκσυγχρονισμός της λειτουργίας των Συνοδικών Υπηρεσιών και κατ'επέκτασιν των Μητροπολιτικών τοιούτων. Μέχρι σήμερα δεν κατωρθώθη η μηχανοργάνωσή των ει μη μόνο σε σπάνιες μεμονωμένες περιπτώσεις. Πολλά εξακολουθούν να διέπονται από πεπαλαιωμένες τεχνικές, ενω η πληροφορική με διστακτικά βήματα έχει προχωρήσει στο χώρο μας. Επείγει κατά ταύτα η προώθηση ενός ενιαίου συστήματος μηχανοργάνωσης, που θα εξυπηρετήσει όλες τις εκκλησιαστικές Υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, και προς την κατεύθυνση αυτή ελήφθησαν ήδη οι δέουσες συνοδικές αποφάσεις, προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά και να λειτουργήσει με σύγχρονο τρόπο η διοίκηση της Εκκλησίας. 


Σοβαρή εξ άλλου έλλειψη συνιστά σήμερα η απουσία συγκροτημένης Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας. Τα νομικά προβλήματα αντιμετωπίζονται πρόχειρα με τις φιλότιμες προσπάθειες μεμονωμένων δικηγόρων, χωρίς όμως να υπάρχει έγκυρη και επίσημη νομική έκφραση και παρουσία της Εκκλησίας. Κάθε εκκλησιαστικός οργανισμός εξυπηρετείται εκ των ενόντων με την επιστράτευση ιδιωτών κατά κανόνα δικηγόρων, που προσφέρουν τις υπηρεσίες των με αμοιβή σύμφωνα με το νόμο. Επιδίωξή μας είναι η δημιουργία μιας ενιαίας Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας που θα έχει τη δυνατότητα να επιλαμβάνεται των νομικών ζητημάτων της Εκκλησίας και των οργανισμών και Υπηρεσιών της σε κεντρικό επίπεδο. Οι αρνητικές βέβαια εμπειρίες εκ του παρελθόντος, όπου η νομική εκπροσώπηση της Εκκλησίας εστηρίζετο στη γνώμη ενός και μόνον ανθρώπου και η συγκέντρωση στο πρόσωπο αυτό όλων των νομικών αρμοδιοτήτων, υπήρξαν οδηγοί μας στην προσπάθεια να δώσουμε στην Εκκλησία μιαν έγκριτη Νομική Υπηρεσία, πλαισιωμένη από ικανά, αμειβόμενα και μή, στελέχη του νομικού και δικαστικού κόσμου, όπως προβλέπει ο ήδη έτοιμος σχετικός Κανονισμός, που πρόκειται λίαν προσεχώς να εγκριθή και δημοσιευθή. 


Πέραν όμως των τεχνικών προϋποθέσεων επείγει και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού μας. Η Εκκλησία μας, δόξα τω Θεώ, διαθέτει στελέχη σε όλες τις βαθμίδες του Κλήρου και στο λαό. Είναι κρίμα να παραμένουν όλοι αυτοί οι πολύτιμοι συνεργάτες μας στο περιθώριο και να καλούνται -όταν καλούνται- να μετάσχουν τυπικά σε όργανα που έχουν περιέλθει σε πλήρη αδράνεια, και τούτο σε μια εποχή όπως η δική μας, που χαρακτηρίζεται από την εξειδίκευση των θεμάτων και από την ανάγκη ποιοτικής προσφοράς και άρθρωσης ενός σοβαρού εκκλησιαστικού λόγου προς τα έξω. Πολλά στο χώρο αυτό γίνονται με ερασιτεχνισμό, η συνεχής επιμόρφωση απουσιάζει, ο συντονισμός των κινήσεων δεν υπάρχει, έκαστος ενεργεί χωρίς πρόγραμμα και συνεννόηση. Το αποτέλεσμα είναι να επικρατεί προχειρότης και μικρή αποδοτικότης. Είναι μεγίστη η ανάγκη αποκτήσεως από την Εκκλησία εξειδικευμένων στελεχών, με υψηλή κατάρτιση, με γνώση των συγχρόνων μεθόδων συνεργατικής και συντονισμένης δραστηριότητος για την προώθηση των υποθέσεων. Η ανάγκη αυτή ισχύει και για τα στελέχη της ιεραποστολής, για όλους τους συνεργάτες μας, που πρέπει να αντιληφθούν ότι παρήλθεν η εποχή των αυτοσχεδιασμών. Τώρα πρέπει όλοι αφ'ενός μεν να συνειδητοποιήσουν την ύπαρξη ενδιαφέροντος γι'αυτούς από μέρους της Κορυφής, αφ'ετέρου δε να αποκτήσουν τη γνώση που είναι απαραίτητη για την καρποφόρα άσκηση της αποστολής των. Με αυτή τη σκέψη εδόθη ήδη εντολή για την προετοιμασία πανελληνίων επιμορφωτικών Συνεδρίων για τους Ιεροκήρυκες, τους Πνευματικούς, τους Εφημέριους, τους Μοναχούς, τα στελέχη του Νεανικού έργου, τους Ιεροψάλτες, κλπ. με την ελπίδα ότι η επιθυμητή επιμόρφωση δεν θα παραμείνει σε επίπεδο απλής επιδίωξης, αλλά θα εγγίσει την καρδιά των προβλημάτων και θα συμβάλει στην ωριμότερη και επιτυχέστερη παρουσία όλων μας στην σημερινή δύσκολη κοινωνία. Με μεγάλη αγωνία διαπιστώνουμε ότι το ιεραποστολικό πνεύμα δεν έχει στις ημέρες μας αρκετούς θιασώτες. "Αι χώραι εισί λευκαί προς θερισμόν. Οι εργάται όμως ολίγοι". Γι'αυτό επείγει η αναζωπύρωση των χαρισμάτων και η έμπνευση στους νέους των ιεραποστολικών ιδεωδών, προκειμένου να ξαναγίνει η Εκκλησία μας μήτρα ιεραποστολής και λίκνο αποστολικής παράδοσης. 


Η Αποστολική Διακονία είναι ο βασικότερος επιτελικός οργανισμός της Εκκλησίας, έχει όμως απωλέσει από του 1977, διά του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου, τις περισσότερες από τις θεσμικές αρμοδιότητές της. Σήμερα είναι κατά βάσιν εκδοτικός οργανισμός, που χρειάζεται όμως ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για να ευδοκιμήσει. Είναι γνωστό ότι το κόστος των εκδόσεών της είναι υψηλότερο αναλόγων εκδόσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Και τούτο δεν είναι το μόνο πρόβλημά της. Ακολουθούν η ανάγκη του εκσυγχρονισμού του εκδοτικού μηχανισμού της, η αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, η εξασφάλιση νέων εγκαταστάσεων κλπ. Για όλα αυτά μελετά ειδική Επιτροπή της οποίας αναμένονται τα πορίσματα. Πρέπει να δοθούν στην Αποστολική Διακονία νέες πρωτοπορειακές δραστηριότητες όπως π.χ. η ευθύνη της εφαρμογής αναπτυξιακών προγραμμάτων της Ε.Ε., η διεύρυνση της δραστηριότητος της εξωτερικής ιεραποστολής κλπ. 


Η ανάγκη συμπόρευσης της Εκκλησίας μας με τα σύγχρονα προβλήματα επέβαλε τη σύσταση Επιτροπής Ιατρικής δεοντολογίας και Βιοηθικής. Έργον της μέλλει να είναι η από μερους ειδικών επιστημόνων επιλεγομένων με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια σε βάθος μελέτη των ηθικών κυρίως διαστάσεων των μεγάλων βιοηθικών προβλημάτων της Γενετικής Μηχανικής, αλλά και άλλων κανόνων ηθικής δεοντολογίας στην Ιατρική επιστήμη και η έγκυρη εισήγηση θέσεων και απόψεων τις οποίες η Εκκλησία θα επεξεργάζεται περαιτέρω προκειμένου να αρθρώνει στη συνέχεια ένα μελετημένο θεολογικό λόγο, τον οποίο αναμένει σήμερα η επιστημονική οικογένεια καθώς καλείται να αντιμετωπίσει πλήθος προβλημάτων με τα οποία συνδέεται η ανάπτυξη της Γενετικής Βιολογίας κυρίως. Ο τομέας αυτός είναι σπουδαιότατος και δεν πρέπει να απουσιάζει από τα ενδιαφέροντα της Εκκλησίας, η οποία μπορεί και πρέπει να διατυπώνει την βαρύνουσα άποψή της για τα θέματα της βιοηθικής, που ταλανίζουν τον άνθρωπο και απειλούν και αυτήν ακόμα την υπόστασή του. 


Το Διορθόδοξο Κέντρο είναι επίσης ένας αργών από ετών οργανισμός, που κτιριακώς συνεχώς φθείρεται, ενώ ουσιαστικώς απέχει πολύ από του να εκπληρώνει το σκοπό για τον οποίον ιδρύθη. Αυτό το κέντρο χρειάζεται άμεση νεκρανάσταση και αξιοποίηση για να αποτελέσει εργαλείο άσκησης μεγάλης εσωτερικής και εξωτερικής επίδρασης της Εκκλησίας μας. Μια νέα πνοή στο Κέντρο αυτό και μια εξ υπαρχής αναδιάρθρωσή του θα εχάριζε στην Εκκλησία μας ένα πολύτιμο μέσο δυναμικής παρουσίας στον ορθόδοξο και διορθόρδοξο κυρίως χώρο. 


Η Εκκλ.Εκπαίδευση και Επιμόρφωση

Κυττάζοντας προς το μέλλον του Γένους, που μας απασχολεί, βλέπουμε άμεση την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των στόχων μας και κυρίως εκσυγχρονισμού της εικόνας μας προς τα έξω, με παράλληλη ανακαίνιση και αναδιοργάνωση στο εσωτερικό μας. Συνεχώς επικρινόμεθα ότι ζούμε σε κόσμους ξεπερασμένους, με φαντασιώσεις και όνειρα ξεκομμένα από την πραγματικότητα. Σε μια εποχή όπου ο κόσμος τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς προς το μέλλον, δεν υπάρχει βαρύτερη κατηγορία από του να σε χαρακτηρίζουν στατικό και μουμιοποιημένο. Δεν νοείται όμως και μεγαλύτερη αδικία σε βάρος της Εκκλησίας, που με τη συνοδικότητα και τη συλλογικότητα μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της πυξίδα και στο λαό διέξοδο διαφυγής από τα αδιέξοδα. Γι'αυτό είναι αδήριτη ανάγκη ο εκσυγχρονισμός των αντιλήψεών μας, η επιστράτευση όλο και περισσοτέρων στελεχών, η δημιουργία νέων στελεχών, ώστε να εμπλουτισθούν τα υπάρχοντα, η αναδιάρθρωση των τρόπων επαφής μας με τη σύγχρονη πραγματικότητα του κόσμου, η υιοθέτηση των νέων μεθόδων επικοινωνίας μας μ'αυτόν και ιδίως με τη νεότητα. Οι ποιμαντικές μας ευθύνες είναι τεράστιες και μας επιβάλλουν να ομιλήσουμε τη γλώσσα των νέων μας για να τους κερδίσουμε, να τους αποδείξουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει τόσο η εμφάνισή τους όσο πρωτίστως η ψυχή τους, να τους πείσουμε ότι δεν στεκόμαστε στον κόσμο των φαινομένων, που συνήθως εξαπατά. Ευνόητον βέβαια είναι ότι για όλα αυτά απαιτείται διάκριση και αγάπη. Ευνόητο επίσης είναι ότι ό,τι ισχύει εδώ ενδεχομένως δεν ισχύει εκεί. Ο καλός ποιμήν θα επιλέξει κάθε φορά το πρέπον, το εφικτόν, το αποδοτικόν. Αλλά για όλα αυτά χρειάζεται νέο πνεύμα, νέα στελέχη, νέοι άνθρωποι. 


Του λόγου δε ήδη ελθόντος στη εξασφάλιση στελεχών, οφείλουμε να σας αναφέρωμε ότι στο διάστημα από Μαϊου μέχρι Σεπτεμβρίου ωλοκληρώσαμε επίπονες διαπραγματεύσεις με το Υπουργείον Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη δημιουργία του αναγκαίου νομικού πλαισίου προς ανακαίνιση και ανόρθωση της Εκκλ. Εκπαιδεύσεως, ώστε να καταστή θερμοκήπιο στελεχών. Επιδιώξαμε να πείσουμε το Υπουργείον ότι οι Σχολές αυτές πρέπει να γίνουν παραγωγικές Σχολές της Εκκλησίας. Προς τούτο επετύχαμε να έχει η Εκκλησία τον πρώτο και κύριο λόγο α) επί του προσωπικού και β) επί των προγραμμάτων σπουδών. Τούτο επετεύχθη διά της εξασφάλισης της προεδρίας των δύο σχετικών Συμβουλίων παρα τω Υπουργείω Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (Εποπτικού και Υπηρεσιακού) και της σύνθεσης αυτών κατά τρόπον εξασφαλίζοντα στην Εκκλησία την πλειοψηφία. Παράλληλα ετολμήσαμε να ζητήσουμε την αναβάθμιση των σπουδών στα μεν Λύκεια, στο επίπεδο των Ενιαίων Λυκείων της χώρας μας, που εφεξής θα λειτουργούν με αυστηρότατα κριτήρια βαθμολόγησης και επίδοσης των καθηγητών και των μαθητών, κατά τα πρότυπα της Ε.Ε., στις δε μέχρι τώρα Ανώτερες Εκκλ. Σχολές σε επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά το πρότυπο των ΤΕΙ. Θα ενημερωθήτε λεπτομερώς για το νέο σύστημα Εκκλ. Εκπαιδεύσεως που επιλέξαμε, ώστε να καταστήτε κοινωνοί αφ'ενός μεν του άλματος που εκάναμε, αφ'ετέρου δε και των κινδύνων που ελλοχεύουν, εάν δεν αποφασίσουν όλοι να εργασθούν για να αποδώσουν, ώστε να παύσουν τα σχολεία αυτά να είναι εν πολλοις καταφύγια προβληματικών ατόμων και να γίνουν, όπως οραματιζόμεθα, φυτώρια στελεχών και δη και κληρικών. Εγγίσαμε ήδη ως ελέχθη την τριτοβάθμια θεολογική εκπαίδευση, καθό έχομε εκ του Συντάγματος δικαίωμα, με την αναγωγή των υπαρχουσών Ανωτέρων Εκκλ. Σχολών σε Σχολές τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης 8 εξαμήνων, που μετονομάζονται σε Εκκλησιαστικές Θεολογικές Ακαδημίες, και ήδη διαθέτουμε 4 τριτοβάθμιες (σε επίπεδο ΤΕΙ) Θεολογικές Ακαδημίες. Αλλά περί τούτων επιφυλασσόμεθα να σας ενημερώσουμε λεπτομερέστερον στον οικείο χρόνο κατά την Ημερησία Διάταξη. 


Επίσης έχει ήδη συσταθή επιτροπή υπό την προεδρίαν μας για τη μελέτη της δυνατότητος ιδρύσεως και Πανεπιστημίου της Εκκλησίας. μετά τη γνωστή απόφαση του Σ.τ.Ε. που επιτρέπει στα ν.π.δ.δ. να ιδρύουν και να λειτουργούν ΑΕΙ. Πρόκειται για Πανεπιστήμιο και όχι μόνο για Θεολογική Σχολή, γεγονός που θα επηρεάσει, είμεθα βέβαιοι, την παρεχόμενη στη χώρα μας ανώτατη εκπαίδευση. Ωστόσο το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Από την πρώτη στιγμή προσέκρουσε σε νομικά εμπόδια, τα οποία δημιουργεί η επίμονη πρόθεσή μας να διατηρήσει η Εκκλησία τον έλεγχο επί των ιδρυμάτων της αυτών, τα οποία όμως, κατά το Σύνταγμα είναι αυτοδιοικούμενα και τελούν υπό την εποπτείαν του κράτους. Παρά ταύτα το ζήτημα μελετάται από ειδική Επιτροπή, τα πορίσματα της οποίας θα μας καθοδηγήσουν περί του πρακτέου. Το ζήτημα αυτό συνάπτεται και με τη σκέψη μας ιδρύσεως νοσοκομείου για τούς κληρικούς ή της εξασφάλισης κατ' άλλον τρόπο μιας ευπρεπούς και εγγυημένης περίθαλψης των κληρικών και μοναχών μας. Λεπτομέρειες θα είμεθα σε θέση λίαν προσεχώς να αναφέρουμε στην Ι. Σύνοδο. 


Στον τομέα της εξασφάλισης στελεχών εντάσσεται και η επιμόρφωση των υπαρχόντων στελεχών μας και δή των κληρικών. Προς επιμόρφωσή των έχουν ήδη δρομολογηθή, ως προελέχθη, κατόπιν συνοδικής αποφάσεως, πανελλήνια συνέδρια Ιεροκηρύκων, Εργατών νεανικού έργου, Πνευματικών, Εφημερίων, Μοναχών, Επικοινωνίας, Ιεροψαλτών κ.α. Παραλλήλως τα συνέδρια αυτά θα συμβάλλουν στην αμοιβαία γνωριμία των εργατών του Ευαγγελίου, θα τονώνουν την εμπιστοσύνην των προς την εκκλησιαστικήν των ηγεσίαν και θα δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες συνεργασίας όλων μας, με κοινούς στόχους και κοινές μεθόδους δραστηριοποίησης. 


Ραδιόφωνο Εκκλησίας, Τηλεόραση, Ιnternet 

Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση καθώς και το διαδίκτυο ΙΝΤΕΡΝΕΤ μας απησχόλησαν από των πρώτων ημερών. Και σε μεν το ΙΝΤΕΡΝΕΤ εισηγάγαμε ήδη την ομόφωνη συνοδική απόφαση και την Εκκλησία της Ελλάδος και την Ι.Αρχιεπισκοπή Αθηνών, που παράμεναν έξω από αυτό, ενώ ελάχιστες επαινετές περιπτώσεις Ι.Μητροπόλεων και μεμονωμένων ενοριών έχουν μέχρι τώρα εισέλθει. Έχετε δε ήδη στη διάθεσή σας μέσα στο φάκελλο που σας έχει δοθεί τις πρώτες "σελίδες" από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ της Εκκλησίας μας. Όλη η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο, γιατί τούτο συνιστά ένα διεθνή άμβωνα ακουόμενον ή και απλώς αναγινωσκόμενο από εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ανθρώπων. Στο προσεχές μέλλον η διακίνηση των ιδεών θα διεξάγεται, παρά τα μειονεκτήματά του, κατά βάσιν μέσω του ΙΝΤΕΡΝΕΤ και των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων. Ούτε καν η τηλεόραση μπορεί να τα συναγωνισθή. Είναι κρίμα να έχουν εισέλθει στο διαδίκτυο περιθωριακές και σχισματικές θρησκευτικές ενώσεις της Ελλάδος (Παλαιοημερολογίτες) και να απουσιάζει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Προσπαθήσαμε και επιδιώξαμε να χρησιμοποιήσουμε και την Αγγλική γλώσσα καθώς και τη ρωσσική για να καταστήσουμε τους θησαυρούς της Ορθοδοξίας πιο προσιτούς στους ξένους, που ενδιαφέρονται να γνωρίζουν πώς δρα και τι έχει να πη σήμερα η ελληνική Ορθοδοξία στα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα. Είμεθα βέβαιοι ότι σταδιακά θα προσχωρήσουν στο σύστημα τούτο και οι άλλες Ι. Μητροπόλεις, και θα τις βοηθήσουμε εμείς εις τούτο, ώστε να απαρτισθή η πιο άρτια εικόνα της Εκκλησίας στα μάτια των ανθρώπων που θέλουν να μάθουν γι'αυτήν. Το κόστος είναι ελάχιστο, η δε ωφέλεια μεγίστη. Πρέπει επι τέλους να εξέλθει η Εκκλησία από την αυτοαπομόνωσή της. Πρέπει να ανοιχθή στον κοινωνικό στίβο, να μιλήσει για όλα, να δώσει κατευθύνσεις, να ασχοληθή με τα μεγάλα προβλήματα του λαού μας, τα ναρκωτικά, την ανεργία, την εγκληματικότητα, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Να καταστήσει αξιόπιστη τη μαρτυρία της, ώστε να την επιζητούν οι άνθρωποι. Να χρησιμοποιήσει τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας για να κηρύξει το λόγο του Θεού.

Μελετάται ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της δορυφορικής ραδιοφωνίας με πανευρωπαϊκή εμβέλεια, ώστε ο Ρ.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος να ακούεται από εκατομμύρια ακροατών μέσα κι έξω από τη χώρα. Προς το παρόν γίνονται εργασίες για τη συντήρηση των μηχανημάτων, την αύξηση της εμβέλειας του ΡΣ με την τοποθέτηση αναμεταδοτών, και την ανύψωση της καταρριφθείσης κεραίας του, και ελπίζεται ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα βελτιώσουν την τεχνική υποδομή και θα συντελέσουν στην επέκταση της εμβελείας του ΡΣ. Ωστόσο η αναμόρφωση του προγράμματος του Ραδιοφωνικού μας Σταθμού μας απησχόλησε σοβαρά και κατά προτεραιότητα, για να καταστή πνευματικά ωφέλιμος και με ηυξημένη ακροαματικότητα. Πρέπει ο ΡΣ της Εκκλησίας να μπορεί να απαντά στα σύγχρονα προβλήματα των ανθρώπων. Ο ΡΣ μας έχει ανάγκην αναδιοργανώσεως εκ βάθρων. Πρώτα-πρώτα ειναι το πρόγραμμά του, που όπως είπαμε απαιτεί αναμόρφωση, αναβάθμιση, εκσυγχρονισμό. Σήμερα η ακροαματικότητά του κινείται σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Επιστρατεύουμε ήδη γνωστούς και καταξιωμένους πνευματικούς ανθρώπους ως συνεργάτες του Ρ.Σ. μας και διαμορφώνουμε το πρόγραμμά του με νέες εκπομπές που θα προσφέρουν αναβαθμισμένη πνευματική τροφή στους ακροατές. Συναφές όμως είναι και το οικονομικό πρόβλημα του Ρ.Σ. που εξακολουθεί να είναι δισεπίλυτο ενω μελετάται η αντιμετώπισή του.

Επίσης ασχολούμεθα και με το πρόβλημα αποκτήσεως τηλεοπτικού Σταθμού, που αποτελεί πάγιο αίτημα μεγάλης μερίδος θρησκευομένων ανθρώπων. Το ζήτημα μελετάται μετά προσοχής, για να αποφευχθούν πρόχειρες και ανέρειστες λύσεις που θα προκαλέσουν μάλλον κακό παρά καλό. Έχουν γίνει αλλεπάλληλες συσκέψεις και ανταλλαγή γνωμών, και αναζητείται η μάλλον συμφέρουσα εις την Εκκλησίαν λύση, που θα συνδυάζει σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Προηγείται η μελέτη του νομικού πλαισίου και έπεται σε βάθος έρευνα για τις τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους, καθώς και για το περιεχόμενο του προγράμματος. 


Κατά το διάστημα τούτο αρχίσαμε συστηματικές συνεννοήσεις για την αναμόρφωση των εκκλ. μας περιοδικών, και της εφημερίδος "Εκκλ. Αλήθεια" η εμφάνιση των οποίων είναι μάλλον αρνητική και πεπαλαιωμένη. Ελπίζουμε σύντομα να παρουσιάζουν μια ανανεωμένη μορφή. Ειδικά σε ό,τι αφορά στην "Εκκλ.Αλήθεια" εθέσαμε τις βάσεις για την πλήρη αναδιάρθρωσή της, ώστε να καταστή ευανάγνωστη και ελκυστική, αλλάζουσα πλήρως μορφή και περιεχόμενο. Φιλοδοξία μας είναι να εξελιχθή σε εφημερίδα της Εκκλησίας πωλούμενη στα περίπτερα και αποστελλόμενη σε συνδρομητές, ώστε να καλύπτει τα έξοδά της και να μη γίνεται φόρτωμα στον προϋπολογισμό της Εκκλησίας. 


Λειτουργική αναζωογόνηση - Συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου 

Το αίτημα για τη λειτουργική μας αναζωπύρηση και αναμόρφωση διατυπώνεται επ'εσχάτων με πολύ σοβαρό τρόπο. Έτσι επιτακτική, προβάλλει η ανάγκη για μια λειτουργική αναγέννηση καθώς και για την μείζονα αξιοποίηση του λαϊκού στοιχείου στην Εκκλησία. Και η μεν ανάγκη για λειτουργική αναγέννηση είναι εμφανής καθώς και απλοί άνθρωποι του λαού διαπιστώνουν ότι η Εκκλησία πρέπει να ψαύσει με ρεαλισμό ωρισμένες πτυχές της λειτουργικής μας ζωής και να τάμη οδούς που θα εξασφαλίζουν την βιωματική συμμετοχή των πιστών στα δρώμενα της λειτουργίας της Εκκλησίας. Το ζήτημα δεν είναι νέο, αλλά δεν είναι και εύκολο. Συγκρούονται το παληό με το νέο, η παράδοση με την πρόοδο. Στο χώρο αυτό κάθε καινοτομία πρέπει να ζυγίζεται καλά. Μη και από επιπολαιότητα προκληθή ζημία στην Εκκλησία, σκανδαλισμός στούς πιστούς. Το δε πρόβλημα της ενιαίας και ομοιόμορφης Τελετουργικής είναι συναφές, και αποβλέπει στο να γνωρίζουν οι πάντες "πώς δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι", και να λείψουν οι ποικίλοι αυθαίρετοι τρόποι του τελείν την Θ.Λειτουργία. και τις άλλες ιερές Ακολουθίες. Προς τούτο συγκροτήθηκε, με συνοδική απόφαση, ειδική Επιτροπή, τα πορίσματα της οποίας θα έλθουν ενώπιόν μας προσεχώς. Στην Ι. Αρχιεπισκοπή βέβαια καθιερώσαμε ήδη λειτουργικές τινές "μεταρρυθμίσεις" ή μάλλον ειπείν επιστροφή στη λειτουργική μας παράδοση με την εφαρμογή των πρώτων μέτρων που περιλαμβάνονται σε ειδικές Εγκυκλίους. 


Η δε συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στη ζωή της Εκκλησίας είναι επιταγή των καιρών και θα πρέπει να ρυθμισθή ομαλώς οίκοθεν πριν επιβληθή έξωθεν. Ζούμε σε εποχές που οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά των με επιμονή. Εάν δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους λαϊκούς της Εκκλησίας μας, τούτο πρέπει να οφείλεται στην έλλειψη σχετικού ενδιαφέροντος, ή στο σεβασμό των λαϊκών απέναντι στην Ιεραρχία της Εκκλησίας μας, η οποία και έχει εκ των Ι. Κανόνων το δικαίωμα να παραχωρεί σ'αυτούς τα όποια δικαιώματα κρίνει. Μας συμφέρει η εξ ενδιαφέροντος ελεγχόμενη ανάμειξη των λαϊκών στη ζωή της Εκκλησίας, πρώτα τη λειτουργική. Η απαγγελία φερ'ειπείν του Συμβόλου της Πίστεως και της Κυριακής προσευχής από όλο το εκκλησίασμα είναι ευχής έργο. Η συμψαλμωδία πάλιν ωρισμένων ευκόλων τροπαρίων επίσης. Η αναβίωση του θεσμού των διακονισσών ευκταία. Έπειτα η σύσταση Κληρικολαϊκών συνελεύσεων σε κάθε ενορία, έστω των πόλεων, με σαφώς καθωρισμένα δικαιώματα των ενοριτών συμμετοχής των στους προβληματισμούς των ποιμένων των, θα ήταν σημαντικό βήμα για την κίνηση του ενδιαφέροντος των. Και οι ποιμένες θα ένοιωθαν μεγαλύτερη ευθύνη και θα εφιλοτιμούνταν να εργασθούν εντατικότερα. Ταύτα πάντα συνιστούν προτάσεις προς μελέτη και επεξεργασία. 


Συναφές είναι το πρόβλημα της θεσμικής ούτως ειπείν εντάξεως των ιεραποστολικών Αδελφοτήτων στον κορμό της ποιμένουσας Εκκλησίας, ώστε να παύσει το φαινόμενο των ανταγωνισμών και πολλώ χείρον των υπονομεύσεων. Οι Αδελφότητες είχαν εσφαλμένην εκκλησιολογίαν, η οποία έβλαψε και αυτές και τα μέλη των, ενώ προσεπόρισε δεινά στις σχέσεις των με την ποιμένουσαν Εκκλησίαν. Προσέφεραν αναντιλέκτως μεγάλες ιεραποστολικές υπηρεσίες στον ελληνικό λαό, αλλά παράλληλα αλλοίωσαν πολλές πτυχές της ορθόδοξης πνευματικότητας, όπως την εβίωσαν και την εδίδαξαν οι Αγιοι Θεοφόροι Πατέρες μας. Νομίζομεν όμως ότι τώρα ωρίμασεν ο χρόνος για μια γενναία κίνηση της Εκκλησίας προς τις Αδελφότητες, που διαθέτουν κατά κανόνα ανιδιοτελή στελέχη εργατών του Ευαγγελίου. Ασφαλώς και "χωρούν" μέσα στον ιεραποστολικό χώρο της Εκκλησίας και ιδιωτικές τρόπον τινά πρωτοβουλίες, αλλ'υπό έναν όρον, να τεθούν υπό την ευλογίαν και έγκριση του Επισκόπου και να προσφέρουν υπηρεσίες με πλήρη υποταγή σ'αυτόν, χωρίς να εκλάβουν βέβαια την πρόσκληση αυτή ως ευκαιρία για να επεκτείνουν το πεδίο των σε βάρος της ενοριακής εργασίας.

Και θα πρέπει να καταθέσωμεν ενώπιόν σας ότι σε μια πρώτη υπεύθυνη από μέρους μας τοποθέτηση του προβλήματος ενώπιον εκπροσώπων δύο Αδελφοτήτων, που μας επεσκέφθησαν για να μας συγχαρούν επί τη εκλογή μας, συναντήσαμε πρόθυμη υποδοχή της προτάσεώς μας και τη διαβεβαίωση ότι αναμένουν με ειλικρινείς διαθέσεις την πρωτοβουλία μας για την ένταξη των δυνάμεών των στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Η Ι.Σύνοδος απεδέχθη τις σκέψεις αυτές και απεφάσισε να εγκαινιάσει διάλογο ευθύνης και αληθείας με τις Αδελφότητες. Δεν γνωρίζουμε ποίο θα είναι το αποτέλεσμα. Εάν όμως τελικά υπάρξει συμφωνία με τους όρους της Εκκλησίας, τότε μεγάλη μέλλει να είναι η ωφέλεια όλων. 


Η Εκκλησία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η αξιοποίηση από την Εκκλησία της ιδιότητος της χώρας μας ως ισοτίμου μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε την ίδρυση Γραφείου μας στις Βρυξέλλες. Το θέμα τούτο είχε από ετών καθηλωθή και δεν προχωρούσε, επειδή διαιωνίζονταν οι συνομιλίες μεταξύ των Εκκλησιών Κων/λεως και Ελλάδος, ενώ εχάνετο πολύτιμος χρόνος. Το ζήτημα διευθετήθη, όχι χωρίς δυσκολίες -και είναι περί τούτου σε θέση να διαβεβαιώσουν το Σώμα οι συνοδεύσαντες ημάς Ιεράρχες- κατά την πρώτην Ειρηνικήν επίσκεψίν μας στο Φανάρι τον περασμένο Ιούνιο, επί κεφαλής αντιπροσωπείας της Εκκλησίας μας. Τοτε συνεφωνήθη το βασικό πλαίσιο ιδρύσεως και λειτουργίας του Γραφείου μας στις Βρυξέλλες, εκ της ομαλής λειτουργίας του οποίου προσδοκούμε να είμεθα πλησίον των κέντρων λήψεως αποφάσεων που μας ενδιαφέρουν και παραλλήλως να αξιοποιούμε οικονομικά και κοινωνικά ευρωπαϊκά προγράμματα μεγίστης σημασίας και σπουδαιότητος, τα οποία μέλλουν να αναδείξουν την Εκκλησίαν μας σταθερό και μόνιμο παράγοντα μεγάλης κοινωνικής προσφοράς και συμβολής στην κοινωνική συνοχή και ενότητα. ΄΄Ηδη έχουν δρομολογηθή οι διαδικασίες για τη δημιουργία της αναγκαίας νομικής και τεχνικής υποδομής, προς ανάληψιν από την Εκκλησία μας προγραμμάτων κατάρτισης και επιμόρφωσης, ενώ από την κατά τον προσεχή μήνα Νοέμβριον επίσκεψή μας στις Βρυξέλλες προς συνάντηση τόσον του κ. Σαντέρ, όσο και άλλων Ελλήνων και ξένων παραγόντων της Ε.Ε. προσδοκάται ο εγκαινιασμός μιας νέας περιόδου αγαστών σχέσεών μας με την Ευρώπη και αξιοποιήσεως των πόρων της με διαφανείς διαδικασίες και με ίσες ευκαιρίες για όλες τις Ι.Μητροπόλεις που θα ήθελαν να επωφεληθούν. Και επιθυμούμε και στο σημείο αυτό να υπογραμμίσωμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Εκκλησίας μας, με πλήρη επίγνωση των ιστορικών και παραδοσιακών μας μεγεθών που μας συνοδεύουν ως λαό και ως Γένος καθ'όλη τη διάρκεια της μακραίωνος ιστορικής μας πορείας. Μεταβαίνομεν στην Ευρώπη όχι σαν πτωχοί συγγενείς, αλλά σαν λαός αρχόντων, δοκίμων χειριστών του πνευματικού πλούτου της Ευρώπης, και αντάξιων των μεγάλων προγόνων μας που έθρεψαν πνευματικά τους λαούς της Ευρώπης. Δεν θα πρέπει η Εκκλησία μας να απομονώσει τον Ελληνα από την Ευρώπη, ούτε όμως και να τον παραδώσει αθωράκιστο σ'αυτήν. Πρέπει να επιλέξει όχι τη Ρήξη αλλά την Πρόσληψη. Πρέπει δηλαδή να αποκτήσει εξωστρέφεια, να παύσει να μιλάει στον καθρέπτη της, να διαλεχθή με τον Ελληνα και με τον Ευρωπαίο, να βγη από την θερμοκοιτίδα του Ελλαδισμού. Πρέπει να υπερβή την άδικη αντίληψη ότι είναι μόνο για τελετές, για γάμους και κηδείες. Ο λόγος της δεν πρέπει να ορίζεται από την επικαιρότητα και μόνον, αλλά να την ορίζει. Αυτό θα συμβή μόνο αν μάχεται για αρχές καθολικής ισχύος και αν προωθεί τα θέματα του έθνους διά μέσου των αρχών αυτών. Η Ευρώπη και σήμερα αναμένει το λόγο της. Θα είναι κρίμα εάν, κατατριβόμενοι με εφήμερα και ευτελή, εγκαταλείψουμε τις μεγάλες ευθύνες μας έναντι της Ευρώπης και της Πατρίδος μας που δεν εκχωρούνται. Η σημερινή συγκυρία και η ιστορική αναγκαιότης απαιτούν τη ζωντανή παρουσία της Ορθοδοξίας διευρυμένων οριζόντων, έξω από το καζάνι όπου σιγοβράζουμε λίγο-πολύ όλοι μας. Αυτή την ορθόδοξη έκφραση είμαστε αποφασισμένοι να υλοποιήσουμε μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ευρώπη σήμερα. Γι'αυτό και προετοιμάζουμε με πολλή επιμέλεια το ταξίδι μας στην Ευρώπη, τις επικοινωνίες μας με ανώτατα στελέχη της, τις ομιλίες μας και τις επαφές μας. Θα συνοδευόμεθα, εκτός από αρμόδιους αδελφούς Επισκόπους, και από ομάδα εμπειρογνωμόνων που προϊστανται αξιολόγων τομέων της νέας ευρωπαϊκής διάρθρωσης της Εκκλησίας μας, που εντός του προλαβόντος θέρους κατηρτίσθη με στόχο την παρουσίαση στις Βρυξέλλες ενός άρτια ωργανωμένου εκκλησιαστικού μηχανισμού με δυνατότητες παρέμβασης στα κοινωνικά κυρίως προβλήματα της εποχής μας. Ευχηθήτε να επιτύχει αυτή μας η αποστολή. Για να εμφανισθούμε ως σοβαρός παράγων των κοινωνικών μεταλλαγών και εξελίξεων στη χώρα μας και στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Ανατ. Ευρώπης.


Ιδρυση Γραφείου του Πατριαρχείου μας στην Αθήνα 

Παραλλήλως συνοδικώς ενεκρίθη η ίδρυση Γραφείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις Αθήνας προς προώθησιν των υποθέσεών του. Το πάγιο τούτο αίτημα του Φαναρίου εκρίναμεν συνοδικώς ότι έπρεπε να ικανοποιήσωμεν, επειδή και λογικόν ήτο και πρακτικώς σημαντικό για το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Εμεριμνήσαμεν όμως για τη δημιουργία πλαισίου δράσεώς του, κοινής αποδοχής, εντός του οποίου θα κινείται ο Διευθυντής αυτού εν Αθήναις προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και άλλων ανεπιθυμήτων παρενεργειών. Τελικά το Γραφείον ωνομάσθη κοινή συναινέσει "Γραφείον εκπροσώπησης του Οικ. Πατριαρχείου" και ο υπεύθυνος αυτού "Διευθυντής αυτού". Εις το σημείον τούτο παρακαλούμε να μας επιτρέψετε να διατυπώσουμε το παράπονο ότι υπάρχουν στην Ελλάδα και αλλού διάφοροι κύκλοι, που αρέσκονται να αναμειγνύονται στα των σχέσεών μας με το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Οι κύκλοι αυτοί μεταδίδουν προς το Φανάρι συνήθως πληροφορίες που δεν είναι αληθείς, που μας εμφανίζουν ότι επιδιώκουμε να περιορίσουμε το Πατριαρχείο, να του κόψουμε ζωτικούς δήθεν χώρους, να το αποκλείσουμε από ο,τιδήποτε το ευνοεί. Με αποτέλεσμα να δημιουργούν κλίμα καχυποψίας προς ημας και αναλόγου αμυντικής τακτικής, που δυναμιτίζει κάθε αγαθή προσπάθεια. Οι κύκλοι αυτοί προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες και στο Πατριαρχείο και σε ημάς. Και δεν αντιστρατεύονται τα πρόσωπα, αλλά τους θεσμούς. Εναντίον αυτού του κλίματος αγωνιζόμεθα καθημερινώς και προσπαθούμε να αποτρέψουμε δυσάρεστες στις μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας σχέσεις, επειδή και σεβόμεθα και αναγνωρίζουμε την πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Θρόνου, και τον στηρίζουμε μετά πάθους και υπερασπιζόμεθα τις επιλογές του. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι είμεθα Αυτοκέφαλος Εκκλησία, που δικαιούται μαζί με τον σεβασμό της προς την πρωτόθρονη Κων/πολη να επιδιώκει την ικανοποίηση των καλώς νοουμένων πνευματικών συμφερόντων της χωρίς να παραβλάπτει ή να ζημιώνει εκείνη. Οι άνθρωποι που μετέρχονται την τακτική αυτή δεν αγαπούν ούτε το Πατριαρχείο ούτε την Εκκλησία της Ελλάδος. Ενσπείρουν ζιζάνια και δηλητηριάζουν τις σχέσεις μεταξύ των εκατάρωθεν προσώπων, για να επιχαίρουν μετά ταύτα για το επίτευγμά των. 


Εορτασμός του 2000 

Η εκλογή μας συνέπεσε με τα έσχατα χρονικά περιθώρια προετοιμασίας της Εκκλησίας μας για τη διοργάνωση των παγχριστιανικών εορτασμών και στη χώρα μας για τη συμπλήρωση 2.000 ετών χριστιανικής παρουσίας. Αμέσως επελήφθημεν του ζητήματος και συνεκροτήσαμεν ολιγομελή Επιτροπή για την επεξεργασία προγράμματος εκδηλώσεων της Εκκλησίας μας με κεντρικόν άξονα την άφιξη και περιοδεία του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα. Μιά πρώτη θεώρηση του σχεδίου αυτού έχετε ήδη στη διάθεσή σας.Υπολείπονται ωρισμένες προσθήκες και βελτιώσεις, ώστε να είμεθα σε θέση να αρχίσουμε την εφαρμογή του στην Εκκλησία μας περί τα τέλη του 1999. Στον εορτασμό θα κληθούν να συμμετάσχουν και όλες οι Ι.Μητροπόλεις μας, ενώ επιστρατεύονται ενορίες, η χριστιανική νεολαία, καλλιτεχνικοί κύκλοι, εκδοτικοί μηχανισμοί κλπ. Παραλλήλως μετέχουμε ως Ορθόδοξη Εκκλησία στους ανάλογους εορτασμούς που σχεδιάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στη Βηθλεέμ. 


Διάφορες άλλες δραστηριότητες 

Η ανάγκη δημιουργίας ευπρεπούς χώρου για τη φιλοξενία γερόντων Αρχιερέων, που θα απεφάσιζαν να παραιτηθούν της ενεργού Υπηρεσίας για να ζήσουν με ειρήνη και με όλες τις ανέσεις, δαπάναις της Εκκλησίας, όπως ήδη έχουν ζητήσει Ιεράρχες και άλλοι, μας ωδήγησε στη μελέτη του προβλήματος προκειμένου να εξευρεθή κατάλληλος τόπος και ετοιμασθή για την υποδοχή αυτών, καθώς και κληρικών παντός βαθμού που δεν έχουν εξασφαλισμένα ευπρεπή και άνετα γηρατειά. Η μελέτη προχωρεί και υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις που, μελετώνται ώστε το ταχύτερον να δοθή η πρέπουσα διέξοδος στο πρόβλημα αυτό. Επί τη ευκαιρία επιθυμούμεν να καταστήσωμεν σαφές ότι τα ανωτέρω δεν έχουν καμμίαν απολύτως σχέση με όσα κακοήθη και κακόβουλα είδαν προ ημερών το φως της δημοσιότητος περί δήθεν προθέσεώς μας να επιβάλωμε διά της Πολιτείας όριον ηλικίας. Πρόκειται για ανεύθυνη παραπληροφόρηση που αποβλέπει σε πρόκληση ανησυχίας και σύγχυσης. Η θέση μας επί του προκειμένου είναι από ετών γνωστή. Το όριον ηλικίας είναι μέτρο αντικανονικό, και προς την άποψη αυτή είμεθα στερρώς προσηλωμένοι για λόγους αρχών και συνειδήσεως. 


Παραλλήλως η Εκκλησία προωθεί το ζήτημα της ανεγέρσεως του νέου Συνοδικού Μεγάρου, η υπόθεσις του οποίου έχει τελματωθή. Ειδική Συνοδική Επιτροπή το μελετά και σε συνεργασία μαζί μας οριστικοποιήθηκαν τα προσχέδια και ετοιμάζονται τα πλήρη τελικά σχέδια, ώστε η έναρξη της θεμελίωσης να γίνει το Πάσχα του 1999. Υπάρχει ειδική εισήγηση που θα ακουσθή για την ενημέρωση της Ιεραρχίας. Ο φάκελλος με τη σχετική αρχιτεκτονική μελέτη ευρίσκεται ση διάθεσή σας και παρακαλούμεν να τον συμβουλευθήτε για να αισθανθήτε ικανοποίηση και χαρά. 


Η επίσκεψη του Πατριάρχου στην Εκκλησία της Ελλάδος θα πραγματοποιηθή περί τα τέλη Απριλίου 1999, μετά το Πάσχα. Ήδη ειδική Επιτροπή επιμελείται του προγράμματος των επισκέψεων του Παναγιωτάτου εις Αθήνας και εις Μητροπόλεις του βορείου χώρου. Η επίσκεψη αυτή θα είναι επίσημη και μεγαλοπρεπής και θα αποδοθούν στον Πατριάρχη τιμές που προσιδιάζουν τόσον από εκκλησιαστικής, όσον και από πολιτειακής πλευράς στο αξίωμά του. Θα λάβουμε όλα τα μέτρα ώστε η επίσκεψη αυτή να είναι αντάξια της αγάπης της Εκκλησίας μας και του κλήρου και λαού μας προς τον Πατριάρχην του Γένους. 


Με συνοδικές αποφάσεις καθιερώθη η επέτειος της τιμής προς τη μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας μας κατά την Κατοχή και προς τονισμόν της μεγάλης συμβολής της εις τα μετόπισθεν προς σωτηρίαν του λιμώττοντος ελληνικού λαού και προς διαμεσολάβησιν παρά ταις αρχαίς Κατοχής υπέρ ομήρων και μελλοθανάτων. 


Απεφασίσθη η τακτική οικονομική ενίσχυση των πτωχών Ι.Μητροπόλεων, ώστε να αντιμετωπίζουν με αξιοπρέπεια τα λειτουργικα των τουλάχιστον έξοδα. Μελετώνται κριτήρια αντικειμενικά και διαφανής τρόπος χρηματοδότησης από την Οικονομική Υπηρεσία που θα καταστρωθούν σε ετοιμαζόμενο Κανονισμό, που θα ισχύει ευθύς ως ψηφισθή. 


Υπάρχει έτοιμος και έτερος Κανονισμός, αυτός που συγκροτεί και διέπει τη λειτουργία της Οικονομικής Υπηρεσίας. Με αυτόν λαμβάνεται μέριμνα για διαφάνεια στη διαχείριση των χρημάτων της Εκκλησίας και για αποτροπή επανάληψης γεγονότων και καταστάσεων που υπήρξαν και εταλάνισαν την Εκκλησίαν. Ετσι εισάγεται ο θεσμός της εσωτερικής επιθεώρησης και του ελέγχου των υπολόγων, και προσδοκάται ότι η ορθή λειτουργία του νέου αυτού θεσμού θα αποτρέψει την εμφάνιση στοιχείων καταχρηστικής άσκησης της διαχείρισης και της διοικητικής εξουσίας από μέρους των εντεταλμένων οργάνων. 


Τέλος ευρίσκεται σε εξέλιξη μια σειρά άλλων μέτρων που ήδη μελετώνται όπως π.χ. η σύσταση Οίκου του Ευεργέτου του Γένους, η ίδρυση Ειδικού Ταμείου για την ενίσχυση και στήριξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η ίδρυση από την Εκκλησία σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κλπ. Μέ όλα αυτά και άλλα πολλά ετοιμάζεται το έδαφος για μια δυναμική παρέμβαση της Εκκλησίας στα κοινωνικά δρώμενα. 


Ο οικονομικός έλεγχος

Στην Αρχιεπισκοπεία μας κληροδοτήθηκε από τα προηγούμενα χρόνια ως εκκρεμούν ζήτημα το θέμα του εν εξελίξει τότε οικονομικού ελέγχου, και βρεθήκαμε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε με κάθε δυνατή περίσκεψη κάθε πτυχή του, που, όπως είναι φυσικό, ένεκα της εμπλοκής σ'

Εισαγωγική ομιλία ενώπιον της Ιεράς Συνόδου

6/10/1998

Σεβασμιώτατε Γέροντα Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομε,
Αντιπρόεδρε της Ι. Συνόδου,
Σεβασμιώτατοι καί αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί και Πατέρες, 

Μέ δικαιολογημένη συγκίνηση προεδρεύομε της παρούσης, πρώτης, μετά τήν, τή χάριτι τού Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, έκλογήν μας στον περικλεά και περίπυστον τούτον Θρόvov, τακτικής συνελεύσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας , και ιστάμενοι ήδη επί της προεδρικής ταύτης καθέδρας, αναπολούμεν κατά πρώτον μέν τους αοιδίμους προκατόχους μας Αρχιεπισκόπους, που την έκλεισαν ενδόξως και με την παρουσίαν των στο Πηδάλιον του σκάφους της Εκκλησίας εξασφάλισαν σ'αυτό ουριοδρόμον πορείαν εν μέσω ενίοτε σκοπέλων και συμπληγάδων . Ιδιαιτέρως στρέφομεν ευγνώμονα τή σκέψη μας προς το πρόσωπο τοϋ αειμνήστου προκατόχου μας κυρού Σεραφείμ, που επί 24 χρόνια, κατείχεν αυτή την έδρα και διηύθυνε με σύνεση και, αποφασιστικότητα τις εργασίες των Συνόδων μας ."Επειτα δέ αναπολούμε τις ευλογίες του Θεοϋ, ων ηξιώθημεν κατά την υπερτριαντακονταετή ταπεινή μας θητεία στην Εκκλησία. Εισήλθαμε στίς τάξεις των μοναχών σε πολύ νεαράν ηλικία, εγκαταβιώσαντες σε Μονή, με συγκροτημένη ολιγομελή Αδελφότητα,ορμηθέντες από τα υψηλά ιδεώδη της κατά Χριστόν ζωής και πολιτείας, καί δεχθήκαμε τη χάρη της ιερωσύνης μετά δέους, αφοσιωμένοι στο ιεραποστολικό έργο, υπέρ του οποίου εξεδαπανήσαμε όλες μας τις δυνάμεις. Ο Κύριος ηυδόκησε πάλιν σέ σχετικως νεαρή ηλικία νά καταξιωθούμε της αρχιερατικής χάριτος και να θέσωμe εκ νέου την χείρα επί το άροτρον στην περιώνυμη Ι. Μητρόπολη Δημητριάδος, της οποίας υπήρξαμεν επί 24ετίαν όλην Πατήρ καιi Ποιμήν καi Επίσκοπος, αφήσαντες σε αυτήν ένα μεγάλο καμμάτi του εαυτού μας καί αποκομίσαντες από αυτήν τα δάκρυα της αγάπης κλήρου και λαού, όταν η εύνοια των Σεβασμιωτάτων Αδελφών Ιεραρχών μας ανύψωσε στον Θρόνο τούτο. 

Η συγκίνησή μας είναι μεγάλη καθώς βλέπομε ενώπιόν μας όλην τήν εv Χριστώ επισκοπική μας Αδελφότητα, απαρτιζομένην από πολιούς της Εκκλησίας μας πρεσβύτας, που έχουν αναλώσeι τις δυνάμεις των στη διακονία του αγιωτάτου θελήματος του Χριστού και αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο εκκλησιαστικής παρακαταθήκης για τους νεωτέρους που οφείλουμε προς αυτούς τιμή,σεβασμό και αγάπη, αλλά και από άλλους ωρίμους Αδελφούς Ιεράρχες, που έχουν όλοι την συνείδηση του χρέους των στο έπακρον καλλιεργημένη, που εργάζονται φιλότιμα και αποδοτικά στο γεώργιό τους και που μετέχοντeς των συνελεύσεων της Ιεραρχiας, με γνήσια εκκλησιολογτκή συνείδηση εκκλησιαστικού Ποιμένα, κάτω άπο τήν επίπνοια του 'Αγ. Πνεύματος, εκπληρώνουν ένα υπέρτατο χρέος απέναντι στην όλη Εκκλησία, την τοπική και την οικουμενική, επιμερίζοντες μεταξύ των την ευθύνη για την, με ενότητα και ειρήνη, μέ ηπιότητα και συνεργασία, με σοφία και δύναμη, αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων της ζωής της 'Εκκλησιας . Προς όλους αυτούς, προς όλους υμάς απευθύνομε τον εν Χρiστώ χαιρετισμό μας και αποδίδομε τον ειλικρινή αδελφικό μας ασπασμόν, μνήμονες της μεγάλης μας ευθύνης για την σε μας ανάθεση, από τήν πλειοψηφία, των χρεών τής υψηλής αυτής θέσεώς μας . Σας ευχαριστούμεν για την τιμηττκή για μας επιλογή σας , έστω και αν αυτή απετέλεσε και. αποτελεί για μας ανηφορικό Γολγοθά σταυρικής πορείας ήδη από των πρώτων ημερών. Ευχαριστούμεν επίσης από της θέσεως αυτής άπαντας υμάς, τόσον τους νεωτέρους, όσον και τους πρεσβυτέρους, ιδίως αυτούς , διότι ανεξαιρέτως άπαντες, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε προεκλογικής σας τοποθετήσεως, έχετε επιδείξει έναντι του νέου Αρχιεπισκόπου παραδειγματική συμπεριφορά αναγνώρισης, τιμής, ακόμη και σεβασμού εν ονόματι της σεβασμίας παράδοσης της Εκκλησίας, της εν αυτή ενότητος και του σεβασμού των θεσμών. Τήν περινούστατη αυτή στάση σας εκτιμάμε κατ' αξίαν και υποσχόμεθα νά στηριχθούμεν επ' αυτής γτά νά οικοδομήσουμε όλοι μαζί το νέο πρόσωπο της εσωτερικής δύναμής μας, που εκδηλώνεται προς τα έξω ευεργεττκά για την Εκκλησία. Η τιμή άλλωστε προς τον Αρχτεπίσκοπον, ως προς τον Πρώτον μεταξύ ίσων, είναι κανονική υποχρέωση πού έχει και πρακτικές προεκτάσεις. Συμφέρει όλη την Εκκλησία να είναι ο Πρώτος της σε θέση να διεκδικεί τα δίκαιά της , περιβαλλόμενος από τήν εμπιστοσύνη των εν Χριστώ αδελφών του και του λαού, νά ομιλεί από θέσεως ισχύος προς τούς εναντιουμένους στο θέλημα του Θεού, νά προβάλλει μετά ισχύος τα καλώς νοούμενα συμφέροντα Εκκλησίας και Εθνους . Ο Αρχιεπίσκοπος ημπορεί και πρέπει να κρίνεται γτα τις πράξεις και παραλείψεις του, δεν μπορεί όμως νά αμφισβητείται ο θεσμικός ρόλος του. Ο Αρχιεπίσκοπος, η Εκκλησία στο σύνολό της είναι ιερή παρακαταθήκη της ιστορίας του Γένους μας. Ως o ελάχιστος εν αδελφοίς αλλά και. εις την κορυφήν της πόλεως της επάνω όρους κειμένης, ο Προκαθήμενος οφείλει να δίδει το παράδειγμα της αγάπης, αλλά και της θυσίας, ως ο προ ολίγου καiρού τιμηθείς Νεομάρτυς άγιος Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης. Από τή Θέση του επίσης ο Πρώτος είναι η φωνή Εκκλησίας, φωνή παραμυθητική, φωνή παρηγορίας, αλλά όταν χρειάζεται και φωνή ελεγκτική . Κατά το φωτεινό παράδειγμα του Kυρίου μας , των Αποστόλων; των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και των Νεομαρτύρων μας, όσο ζούμε δεν θα παύσουμε να λαλούμε, κατά το του Αποστόλου των Eθνών Παύλου, το οποίον έγραψε προς τους Κορινθίους "Αεί γαρ ημείς οι ζώντες εις θάνατον παραδιδόμεθα διά Ιησοϋν, ίνα και η ζωή του Ιησού φανερωθή εν τη θνητή σαρκί ημών.΄Ωστε ο μέν θάνατος εν ημίν ενεργείται, η δε ζωή εν υμίν. Έχοντες δε το αυτό πνεύμα της πίστεως, κατά το γεγραμμένον "Επίστευσα, διό ελάλησα" , και ημείς πιστεύομεν, διό και λαλούμεν, ειδίοτες ότι ο εγείρας τον Κύριον Ιησούν και ημάς διά Ιησού εγερεί" (Β Κορ.δ, 12-14 ). Kαι ενθυμούμαι πάντοτε τή συμβουλή του Αποστόλου προς τον μαθητήν του Άγιον Tίτον. Αφού του περιγράφει πώς πρέπει να ομιλεί, ως Επίσκοπος, προσθέτει "Ταύτα λάλει και παρακάλει και έλεγχε μετά πάσης επιταγής". Αυτή την πορεία, Αδελφοi εν Χριστώ, είμαι αποφασισμένος να ακολουθήσω , ανεξαρτήτως εμποδίων, τα οποία ευρίσκω ή θά ευρίσκω μπροστά μου, εντός και εκτός της Εκκλησίας μας.


Σχέσεις Εκκλησίας καί Πολιτείας

Απ'αρχής της αναρρήσεώς μας στον Θρόνο εθέσαμεν ως αρχήν μας την εξασφάλισιν αγαστών σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας καί Πολιτείας επ'αγαθώ αμφοτέρων. Και εφροντίσαμεν να συμπεριλάβουμε στον επιβατήριο λόγο μας ειδική παράγραφο, διαστείλαντες τα πεδία αρμοδιότητος και δικαιοδοσίας της Εκκλησίας και της Πολιτείας και την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των. Συνηντήθημεν και με τον κ. Πρόεδρον της Δημοκρατίας και με τον κ. Πρωθυπουργόν και με Υπουργούς διαφόρους, ως λ.χ. τον της ΕΘν.Παιδείας, τον της Εθν.Αμυνας, - Εξωτeρικών, Γεωργίας κλπ. Σε όλους συναντήσαμε θερμή τιμητική υποδοχή, καλούς λόγους και διάθεση συνεργασίας με την Εκκλησία την οποίαν αξιοποιήσαμεν υπέρ της Εκκλησίας . Διά του κ. Υπουργού ΕΘν. Παιδείας προωθήσαμε την αναδιάρθρωση της 'Εκκλ. Εκπαίδευσης, όπως θά σας ανακοινώσωμe στη συνέχεια, ο δε κ. Υπουργός Εξωτερικών συνεφώνησε για το ρόλο της Εκκλησίας μας στην ανάπτυξη των σχέσεών μας με τις ομόδοξες καί ετερόδοξες Εκκλησίες. Παντοϋ συναντήσαμe σεβασμό, διαλεκτική διάθεση καί θερμή φιλική αντιμeτώπιση.Δεν θέλουμε με αυτά να πούμε ότι δεν υπάρχουν και οι αντικείμενοι σε εμάς. Αλλά η δύναμη που μας δίδει ο Κύριος, που μας δίδουν οι Άγιοί μας Πατέρες, Ιεράρχες, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές και οι Νεομάρτυρες, αλλά και η εμπιστοσύνη την οποία μας δείχνει ο λαός με τις πρωτοφανείς υπέρ ημών εκδηλώσεις του λειτουργούν ως ασπίδα και θώρακας, που μας προστατεύει, μαζί με όλη την Εκκλησία, από κάθε εμπλοκή και διαμάχη την οποίαν δεν επιθυμούμεν. Αντιθέτως ενεργούμεν πάντοτε μετά συνέσεως και διαπιστώνομεν ότι και η κυβέρνηση δεν επιθυμεί σύγκρουση με την Εκκλησία. Η Εκκλησία θέλει να κρατήσουμε την ιστορική μας συνείδηση, τη μνήμη μας ζωντανή. Θέλει να μας βοηθήσει να μη χάσουμε την ελληνικότητά μας. Και υπ'αυτή την έννοια ομιλεί επί θεμάτων του Γένους. Αυτό όμως δεν αποτελεί κριτική της κυβερνητικής πολιτικής. Με το δικό μας κριτήριο ο λόγος της Εκκλησίας λειτουργεί σε άλλη παράλληλο από αυτόν της κυβερνήσεως και των πολιτικών. Και δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ότι σταθερή μας επιθυμία είναι οι δύο αυτοί λόγοι να συλλειτουργούν. Και μέχρι στιγμής το έχουμε επιτύχει. Πολλάκις κυβερνητικά στελέχη μας διαβεβαίωσαν για τις αγαθές των προθέσεις έναντι της Εκκλησίας και ημών προσωπικά και μας συνέστησαν να μη ακούμε φωνές άλλων παραγόντων του δημοσίου βίου, οι οποίες είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την πορεία της Εκκλησίας μας.


Εκκλησία καi σύγχρονος κόσμος 
Είναι βέβαια αληθές και πανθομολογούμευο οτι, μετά την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου, σύμπας ο ελληνικός λαός, απ' άκρου σε άκρο της πατρίδος μας, εναπέθεσε πολλές ελπίδες στην Εκκλησία και προσδοκίες.Τον απόηχο του νέου αυτού ενθουσιαστικού κλίματος που έχει δημιουργηθή στήν πατρίδα μας γεύονται όλοι oι κληρικοί μας, ομολογούντες ότι, τά προς την Εκκλησία και προς τους ιδίους αισθήματα της μεγάλης πλειονοψηφίας των Ελλήνων μετεβλήθησαν θετικώς καί oι νεοι εκφράζονται ενθουσιωδώς γιά τήν Ορθοδοξία και ο λαός ζη μέσα σέ ατμόσφαιρα χαράς. 
Εμείς, με βάση τα ανωτέρω, τούτο μόνο λέγομεν, ότι αποκλειστική μας σκέψη καί επιδίωξη ειναι, 


να συμβάλωμε, μαζί με τους εν Χριστώ Αδελφούς μας, στην πνευματική καλλιέργεια του λαού μας και στη λύση των μεγάλων προβλημάτων που τον καταπιέζουν σήμερα. Ο Μπερντιάεφ έλεγε ότι " Όταν αγωνίζεσαι για το ψωμί σου, το πρόβλημα είναι υλικό μα όταν αγωνίζεσαι για το ψωμί του άλλου, το πρόβλημα μεταβάλλεται αυτόχρημα σε πνευματικό". Τότε είναι που αλληλοπεριχωρούνται θεολογία καί πολιτική . Ο πιστός και πολύ περισσότερο ο εκκλησιαστικός ηγέτης δεν μπορεϊ να αδιαφορήσει ενώπtον τών ποικίλων δρωμένων σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από δομές που πολλαπλασιάζουν την αδικία, τήν εκμετάλλευση, τή βία, τήν καταπάτηση της παγκόσμιας νομιμότητας σε διεθνή κλίμακα και τα άλλα υποπροϊόντα τοϋ κακοϋ" (Στ.Παπαθεμελής, "Tο Βήμα" 30-8-'98). 


Παράλληλα επιδιώκουμε δι' αυτού του τρόπου να βγη η Εκκλησία από την κοινωνική απομόνωση , και το κοινωνικό περιθώριο. Eίναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί εκ του λαού και εκ των κρατούντων δεν είχαν συνηθίσει νά βλέπουν τον Αρχιεπίσκοπον της Ελλάδος να λειτουργεί στους ιερούς ναούς και να ομιλεί επί ζητημάτων πνευματικών καθώς και άλλων που απασχολοϋν το λαό μας, να γίνεται αποδεκτός ο λόγος του από τήν πλειονότητα τοϋ κόσμου, να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντας των ΜΜΕ. Δεν επεδιώξαμεν ήμεiς ούτε τον θόρυβον πέριξ του ονόματός μας, ούτε τις ύπέρ ημών εκδηλώαεις τοϋ λααϋ. Ενεργούμεν, όπως άλλωστε όλοι μας άγιοι Αδελφοί, ως Επίσκοπος του Γένους καί ως Ποιμήν της Εκκλησiας . Oι όποιοι επικριτές μας αγνοούν την ιστορία της Εκκλησίας και του Ελληνισμοϋ. Αγνοούν ακόμη την ουσία του Λόγου του Θεού και της κοινωνικής του δυναμικής. Ο θείος λόγος αγκαλιάζει "τά καθόλου" και όχι "τα καθ'έκαστον". Η σφαιρικότητα αυτή προσδίδει στο λόγο ζωντάνια και απήχηση. Kαι αυτό είναι που ενοχλει. Σέ καμμιά από τις ομιλίες μας δεν εξετράπημεν σε πολιτικολογία μέ τήν τρέχουσα έννοια του όρου. Από κανένα λόγο μας δεν συνάγεται ότι παρεμβαίνουμε στην πολιτική καθημερινότητα. Δέν ομιλούμεν ως πολιτικός, αλλ' ως Πατήρ και Πνευματικός ηγέτης. Και δεv δικαιούμεθα να παραιτηθούμε του οίκουμενικού μηνύματος ζωής που εκπροσωπούμε και εκφράζουμε, ενός μηνύματος πού το έχει ανάγκη ο λαός μας . Δεν αντιδικούμε με κανένα, δεν ανταποδίδομε τις ύβρεις και τις προκλήσεις ακόμη και όταν αδικούμεθα και δεν εμπλεκόμεθα σε αλλότρια και δη τα πολιτικά. Οδηγός μας ειναι ο λόγος του σοφού Σειράχ (η, 3 ) "Μη διαμάχει μετά ανθρώπου γλωσσώδους και μη επιστοιβάσης επί του πυρ αυτου ξύλα" . Η φωτιά των παθών που καίει μέσα στις καρδιές τέτοιων ανθρώπων δεν μας επηρεάζει. Ο Ηγέτης, και μάλιστα ο Εκκλησιαστικός, οφείλει να είναι μεγαλόκαρδος και ανεκτικός, να σιωπά όταν το αξίωμά του του επιβάλλει τουτο καi νά ομιλεί μετά παρρησίας οσάκις πάλιν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Και πάντοτε οφείλει να δίδει λόγον των ενεργειών του. 

Ό,τι έχομεν πράξει και είπει αντέχουν και στην πιο αυστηρή κριτική. Εκφράζουμε τη συνείδηση του χρέους μας απέναντι στην Ιστορία και το λαό μας. Αν αυτό ενοχλεί εκείνους που μέχρι χθες κατηγορούσαν την Εκκλησία για απραξία και απουσία από τα κοινωνικά δρώμενα, αυτό δεν είναι λόγος για να υποχωρήσουμε, στις πιέσεις και τις απειλές και να σιωπήσουμε, όταν οι καιροί επιβάλλουν το αγωνιστικό φρόνημα και ολαός απαιτεί να ακούει τον λόγο της αληθείας. Και θα δώσουμε λόγο για την υποταγή μας σε υποδείξεις ενός δήθεν καθωσπρεπισμού που είτε συντηρεί το κλίμα της ηθικής κοινωνικής αδράνειας, είτε απωθεί την Εκκλησία στο περιθώριο, είτε οδηγεί τον Ελληνισμό σε συρρίκνωση. Σε ερώτηση αν είμεθα Παπαφλέσσας απαντήσαμε ότι σήμερα το έθνος δεν ειναι υπόδουλο και επομένως δεν έχει ανάγκην από Παπαφλέσσες. Και συνεπληρώσαμεν αν όμως κάποτε συμβή να τους χρειασθή. τότε μην αμφιβάλλετε ότι από την Εκκλησία θα προέλθουν πολλοί Παπαφλέσσες, που θα αγωνισθούν για το έθνος και θα θυσιαστούν "υπέρ πίστεως και πατρίδος".

Ως προς τις πολιτικές μας όμως πεποιθήσεις, περί των οποίων γίνεται συχνά λόγος, όλοι πρέπει να καταλάβουν ότι ο κληρικός και δη ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να έχουν πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά μόνο πνευματικές χριστιανικές αρχές.Ο βίος του χριστιανού είναι όπως περιγράφεται στην προς Διόγνητον Επιστολή "Χριστιανοί γαρ... πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ'ως πάροικοι. Μετέχουσι πάντων ως πολίται και πανθ' υπομένουσιν ως ξένοι" (Προς Διόγνητον, Ε,1-5). Η Εκκλησία είναι ο χώρος της αγάπης, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ανεκτικότητος. Η Εκκλησία ενώνει υπό τας πτερύγας της όλο το λαό, τον συμβουλεύει, τον αγκαλιάζει στις χαρές και τις λύπες του.Είναι η Μάνα που θυσιάζεται για τα παιδιά της.Ο Αρχιεπίσκοπος πέραν αυτών δεν δικαιούται να έχει άλλες πολιτικές πεποιθήσεις. Ευρίσκεται υπεράνω κομμάτων, ανήκει σε όλους τους Έλληνες, ο λόγος του είναι ενωτικός, καθοδηγητικός και αφυπνιστικός. Ασκεί με περίσκεψη το προφητικό χάρισμα του εκκλησιαστικού Ηγέτη. 


Ο λαός μας προσδοκά σήμερα από την Εκκλησία του να διαδραματίσει το ρόλο της μέσα κι έξω από τη χώρα μας, σε μια περίοδο όπου τα πάντα αλλάσσουν και ο κόσμος μεταβάλλεται άρδην, ενώ τα αυτονόητα υποχωρούν και νέες συνθήκες ζωής επιβάλλονται στον τόπο μας, που απειλούν παραδοσιακούς θεσμούς αιώνων. Στο έργο αυτό πιστεύουμε ότι δεν είμεθα μόνοι. Μας πλαισιώνει ο χορός των Συνεπισκόπων μας και η αγάπη του κλήρου και του λαού μας, υπεράνω δε πάντων μας προστατεύει η χάρις και η δύναμις του Θεού. Και εύκαιρον θεωρούμε και σήμερα τον χρόνο για να δηλώσουμε άπαξ έτι προς πάντας ότι, της εκλογής νέου Αρχιεπισκόπου περατωθείσης διά διαφανών και υπό πάντων αναγνωρισθεισών και επαινεθεισών αψόγων κανονικών και συνοδικών διαδικασιών, και του Θρόνου ήδη πληρωθέντος διά της ημετέρας Μετριότητος, η προεκλογική περίοδος ανήκει οριστικώς στο παρελθόν, το κατ' αυτήν επικρατήσαν προς στιγμήν κλίμα παρήλθε και ο Αρχιεπίσκοπος ανήκει σε όλους, τιμά και αγαπά όλους, στηρίζεται στη βοήθεια όλων, ζητεί τη συμπαράσταση και τη συνεργασία όλων και επιδιώκει την αξιοποίηση όλων των δυνάμεων της Εκκλησίας μέσα σε πλαίσια αξιοκρατίας αρχών και ακεραιότητος. Το πνεύμα μας αυτό εφροντίσαμε από την πρώτη στιγμή να καταστήσουμε σαφές με συγκεκριμένες ενέργειές μας, που επεδίωξαν να παγιώσουν στην Εκκλησία μας την ενότητα, την αγάπη, την εν Χριστώ κοινωνία και τη συνεργασία όλων μας. Μέσα στο κλίμα αυτό όλοι έχουν τη θέση των και κανείς δεν πρέπει να απομονωθή. Ως μέλη της μεγάλης οικογένειάς μας, οφείλουμε να συστρατευθούμε, αξιοποιούντες τη μεγάλη μας δυνατότητα της συνοδικότητας, που συνιστά ευλογία για το έργο της Εκκλησίας μας. Μαζί θα αντιμετωπίσουμε κάθε δυσκολία και μέσα στο πνεύμα αυτό θα συμπεριφερθούμε προς πάντας, με βαθειά επίγνωση της κρισιμότητος των καιρών, δίδοντες το σύνθημα της εργασίας και της ανιδιοτέλειας. Η εν Χριστώ αγάπη μας συνδέει όλους και καμμία δύναμη δεν μπορεί να μας χωρίζει. Είμεθα μέσα στην Εκκλησία για να εργαζώμεθα ακατάπαυστα για τη δόξα του Θεού και για τη σωτηρία του κόσμου. Τα όπλα της στρατείας μας είναι ενώπιον μας πνευματικά. Οφείλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε προς δόξαν Θεού και έπαινον Εκκλησίας. Οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι η Εκκλησία υπάρχει, έχει ρόλον μέσα στην κοινωνία, διαθέτει λόγο φερέγγυο, μπορεί και πρέπει να βοηθήσει το λαό.

Τούτο σημαίνει την έναρξη της δικής μας επανάστασης. Η Εκκλησία έχει γυρίσει σελίδα στην Ιστορία της. Δεν δικαιούται να παραμείνει άλλο στη σκιά. Ο λαός -το βλέπετε- θέλει την Εκκλησία του εμπνευστική, δυναμική, αληθινή Μητέρα. Την εικόνα αυτής της Εκκλησίας χειροκροτεί με πάθος και αυτήν υιοθετεί και αγαπά. Δεν μπορούμε και δεν δικαιούμεθα να τον διαψεύσουμε, να του κρημνίσουμε τις ελπίδες που έχει στους ώμους μας στηρίξει. Αν θέλουμε να έχουμε μιά θέση στην καρδιά του, θα πρέπει να τον πείσουμε ότι έχουμε παραμερίσει προσωπικές φιλοδοξίες ή άλλες επιδιώξεις και ότι είμαστε προσηλωμένοι στο μεγάλο έργο της αποστολής μας. Η νεολαία περιμένει, η οικογένεια αδημονεί, η κοινωνία προσβλέπει. Αλλοίμονο αν απογοητεύσουμε. Θα κατρακυλήσουμε όλοι μαζί στη σκάλα της ανυποληψίας. Θα έχουμε χάσει μια μοναδική ευκαιρία, που ο Θεός τώρα μας έδωσε. Δεν δικαιούται κανένας από εμάς να απολακτίσει την ευκαιρία αυτή. Ας εγκαταλείψουμε τα καταφύγια των τοίχων των γραφείων μας, όσοι από εμάς είμεθα μέσα σ' αυτά κλεισμένοι και ας μπούμε στην κονίστρα των αγώνων για το λαό μας. 


Υπό το αυτό πνεύμα κινούμενοι ανελάβαμε, κατόπιν προσκλήσεων των οικείων Ιεραρχών, επισκέψεις σε ακριτικές και άλλες Ι. Μητροπόλεις να έλθουμε σε άμεση επαφή με το λαό, να τονώσουμε το φρόνημά του και να επιδείξουμε το πνεύμα ενότητος που χαρακτηρίζει τους Ηγέτες της Εκκλησίας. Παντού όπου ευρέθημεν ετονίσαμε τον σύνδεσμον της αγάπης που μας ενώνει τους Ιεράρχες, τις ευρύτατες προόπτικες που διανοίγονται ενώπιόν μας εν όψει της νέας χιλιετίας, και κυρίως την ανάγκην επιστροφής όλων στις παραδοσιακές μας ρίζες. "Χριστόν και Ελλάδα" εκηρύξαμεν τονίζοντας την αξίαν της παραδόσεώς μας και την ανάγκην να στηριχθή το έθνος επ' αυτής. 


Ο Συνοδικός Θεσμός 
Η σημερινή τακτική συνέλευση της ΙΣΙ επιβάλλει στον Ομιλούντα να μη περιορισθή σε τυπικούς μόνον λόγους αβρότητος και ευγενείας, αλλά να προχωρήσει στην εκδίπλωση των ανησυχιών του, των σχεδίων του και της αγωνίας του για την πορεία της ιεράς Ολκάδος της καθ΄Ελλάδα Εκκλησίας. Κανείς μας δεν είναι ξένος προς τα προβλήματα της Εκκλησίας μας. Τα ζούμεν άλλωστε οι περισσότεροι για πολλές δεκαετίες και σε κατ'ιδίαν συζητήσεις μας τα αναφέρουμε και ζητούμε λύσεις. Επιτρέψατέ μας λοιπόν και σήμερα, μέσα στην πανηγυρική τούτη ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει την πρώτη μας συνέλευση, να σας καταστήσωμε κοινωνούς μερικών σχετικών σκέψεών μας και ενεργειών στις οποίες προήλθαμε στο βραχύ οπωσδήποτε διάστημα των 5 μηνών από της εκλογής μας. Και τούτο διότι μαζί με την συγκίνηση μας διακατέχει και ο θείος οίστρος της αναδιοργανώσεως των βασικών δομών της Εκκλησίας μας, που, μετά την μακροχρόνια ασθένεια του αοιδίμου Προκατόχου μας, υπέστησαν σημαντική αλλοίωση, ώστε να καθίσταται εκ των πραγμάτων αναγκαία και απαραίτητη η άμεσος επαναφορά του σκάφους της Εκκλησίας μας στις θεμελιώδεις κανονικές του βάσεις από τις οποίες είχε καιρόν απομακρυνθή. Και βεβαίως η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργίας του συνοδικού συστήματος προβάλλει τώρα επιτακτική και αδήριτος.

Όπως ειναι γνωστό, στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας το συνοδικό σύστημα βρίσκεται στη βάση της διοικητικής δομής της. Η Σύνοδος των Επισκόπων είναι "ο έσχατος κριτής των εκκλησιαστικών υποθέσεων" ("Πηδάλιον " σ.120). Τούτο σημαίνει την υποχρεωτική συμμετοχή όλων των εν ενεργεία Ιεραρχών στη διοίκηση της Εκκλησίας για την από κοινού αντιμετώπιση των καθημερινών της προβλημάτων καθώς και τον ανάλογο επιμερισμό της ευθύνης γι'αυτήν σε όλους τους συμμετέχοντες. Ετσι οι Ιεράρχες, με τη συμμετοχή τους είτε στη Σύνοδο της Ιεραρχίας (ΙΣΙ), είτε στη ΔΙΣ, εκπληρώνουν ένα βασικό τους χρέος απέναντι στην Εκκλησία και στη συνείδησή τους. Στην Ορθοδοξία δεν επεκράτησε ποτέ το παπικό μονοκρατορικό σύστημα διοικήσεως και γι'αυτό, ουδέποτε, ούτε Πατριάρχες, ούτε Αρχιεπίσκοποι, ούτε Επίσκοποι μεμονωμένα ενεργούντες, διενοήθησαν να παραβιάσουν την θεμελιώδη αυτή αρχή, που εκφράζεται με τις χαρακτηριστικές πατερικές φράσεις¨"ειδέναι (τους Επισκόπους) τον εν αυτοίς Πρώτον" και "η των πλειόνων ψήφος κρατείτω" (Κανών Στ' της Α Οικουμενικής Συνόδου). Μέσα στα πλαίσια των αδαμαντίνων αυτών αρχών έκαστος Ιεράρχης, αναδεχόμενος τις ευθύνες του για την πορεία του σκάφους της Εκκλησίας, είναι υποχρεωμένος, εντός των πλαισών της συνοδικότητος, να μελετά, να ερευνά, να αγωνιά και να τοποθετείται υπεύθυνα απέναντι στα κορυφαία -κυρίως- ζητήματα της ζωής της, υποτασσόμενος τελικά στην απόφαση της πλειονοψηφίας, όπως επιτάσσει και το ιδιάζον στον εκκλησιαστικό χώρο ήθος. Το ήθος αυτό είναι εξ άλλου εκείνο που κάθε φορά υπαγορεύει σε όλους μας, όχι μόνο την εγρήγορση της συνείδησής μας και της ευθύνης μας για την ομαλή πορεία της ζωής της Εκκλησίας, αλλά και την κατάλληλη αντίδραση στην οποιαδήποτε εκτροπή, μικρή ή μεγαλύτερη, αποκλείοντας εκ των προτέρων τη χρήση της αμετρίας ή της προπέτειας, που δεν δικαιολογούνται ούτε ως έσχατα αναγκαστικά μέσα πρόληψης. 


Όμως το συνοδικό σύστημα δεν καλύπτεται με αποσπασματικά μέτρα αμφίβολης διάρκειας, αλλά με μιά στο σύνολο επαναβεβαίωση των αρχών που το διέπουν. Στη βάση του κινείται η συνοδική συνείδηση των Επισκόπων, έπειτα έρχονται οι θεσμοί και των δύο καρπός είναι η άψογη και χωρίς αποκλίσεις, συνεργασία όλων στη επίλυση των προβλημάτων της Εκκλησίας. Ο ρόλος των Επισκόπων δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητικός. Ενέχει από την πνευματική του φύση τη δυνατότητα ουσιαστικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά δρώμενα, επειδή κάθε Επίσκοπος είναι φορέας της Χάριτος του Θεού πρωτογενώς και της πνευματικής δυνάμεως που από αυτήν απορρέει και εκπορεύεται.

Ιδιαίτερα σήμερα τα οξέα εσωτερικά προβλήματα της Εκκλησίας μας, αλλά και εκείνα του Έθνους μας, επιβάλλουν τη συστράτευση όλων των εκκλησιαστικών δυνάμεων σε μια κοινή υπεράνθρωπη προσπάθεια υπέρβασής των χάριν του λαού και της ψυχής του. Η Εκκλησία δεν είναι παράταξη, είναι Σώμα Χριστού, είναι ενότητα, που εγγυάται η πνοή του Παρακλήτου. Το μεγάλο βάρος πέφτει κυρίως στους ώμους του Πρώτου, για την αναβίωση και λειτουργία της συλλογικότητας και συνοδικότητας. Γι'αυτόν ακριβώς το λόγο, και ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος δεν είναι θρόνος του Μάκβεθ, με ομάδες, παρέες και περιβάλλοντα, αλλά ανοιχτή αγκάλη αγάπης προς όλους και τιμής προς όλους. Και πιστεύουμε ότι όλοι έχετε ήδη γευθή το νέο ήθος και τη νέα πνοή που φιλοδοξούμε να εμφυσήσουμε στην άσκηση της αποστολής μας και στην καθιέρωση των διαπροσωπικών μας σχέσεων. Είναι ακόμη ο θρόνος αυτός έπαλξη που καλείται , εν όψει και των εκρηκτικών προβλημάτων που ορθώνονται απειλητικά στην κοινωνία μας, να αναδείξει και αξιοποιήσει όλες τις υπάρχουσες δυνάμεις της Εκκλησίας και της κοινωνίας, και να θέσει τους λύχνους επί την λυχνίαν, ενδυναμώνοντας την πνευματική ισχύ της εκκλησιαστικής διοίκησης επ' αγαθώ του λαού του Θεού. Κληρικοί όλων των βαθμών και ευσεβείς μοναχοί και λαϊκοί μπορούν και πρέπει να επιστρατευθούν σε μια ειρηνική πανστρατιά για τη σωτηρία του τόπου. Την εκηρύξαμεν άλλωστε από της πρώτης ημέρας και έκτοτε γινόμεθα δέκτης της πρόθυμης επιστράτευσης πολλών εκ του πληρώματος της Εκκλησίας, που επιθυμούν να εργασθούν για τη δόξα της και να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων του καιρού μας. 


Η ανασυγκρότηση του Συνοδικού συστήματος δεν σημαίνει μόνο επιστράτευση των Ιεραρχών, αλλά όλων των πνευματικών δυνάμεων της Εκκλησίας, υπό την σκέπη της Ιεραρχίας, σε μια πανστρατιά αγάπης και αλληλοπεριχώρησης των ιδιωμάτων ήτοι των χαρισμάτων, ικανοτήτων, αρετών και μόχθων, πνευματικών ασκήσεων και επιδόσεων, ώστε να κυριαρχήσει και πάλιν η αγάπη και η ενότης, η δύναμη και η συνοχή. Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και η πρόταση μας προς τη ΔΙΣ για την άρση των επιτιμίων εναντίον των δύο Μητροπολιτών πρ. Αττικής κ. Νικοδήμου και πρ. Θεσσαλιώτιδος κ. Κωνσταντίνου. Υπήρξαν βεβαίως και οι σπεύσαντες να διαβάλλουν τις προθέσεις μας για ενότητα του σώματος της Ιεραρχίας, αλλά και ο Σεβασμιώτατος πρ. Αττικής με μακροσκελές υπόμνημά του προς την Ι. Σύνοδον ενεφανίσθη να αποκρούει την άρσιν του ανυπάρκτου κατ' αυτόν επιτιμίου, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι δήθεν εμείς γνωσιμαχούμεν επειδή από της πρώτης στιγμής της επιβολής των επιτιμίων είχαμε διαφωνήσει ως προς τη νομιμότητα της ενέργειας αυτής, ενώ τώρα αίροντες τα επιτίμια αποδεχόμεθα αυτά ως υπαρκτά. Όμως εμείς ενώ όντως διεφωνήσαμεν τότε, ως μέλος της ΔΙΣ, με την επιβολήν επιτιμίων, υπετάγημεν ακολούθως στη γνώμη της πλειονοψηφίας, πιστοί στις αρχές του συνοδικού συστήματος. Κατά συνέπειαν η τωρινή πρότασή μας για την άρση των επιτιμίων αυτών είναι πράξη συνεπής και προς τα πιστεύματά μας και προς την ανάγκη για ενότητα μέσα στους κόλπους της Ιεραρχίας. Η πρότασή μας προς άρσιν από τούδε και εις το εξής των επιτιμίων είχεν ως κίνητρο την επιταγή της συνειδήσεώς μας και μόνο, με γνώμονα την ενότητα και την αγάπη. Πρέπει και οι Σεβ. Μητροπολίτες Νικόδημος και Κωνσταντίνος να παραδεχθούν ότι εμείς οι Κληρικοί χάριν της πνευματικότητάς μας και χάριν της ειρήνης του λαού του Θεού πρέπει να υπακούωμε ακόμη και σε άδικες καθ'ημών αποφάσεις της Ιεραρχίας, και να μην περιφρονούμεν αυτές. Εχουν άδικο όσοι έκριναν πως η απόφασή μας να προτείνουμε την άρση των επιτιμίων αποτελούσε δήθεν εξόφληση λογαριασμών, εννοούντες τάχα προεκλογικές μας δεσμεύσεις στην εκπλήρωση των οποίων επροχωρήσαμε. Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Δηλούμεν εν βάρει της αρχιερατικής μας συνειδήσεως ότι ενεργήσαμεν ως ενηργήσαμεν αποβλέποντες μόνο και μόνο στην επαναφοράν της ενότητος και της ειρήνης στους κόλπους της Ιεραρχίας και ουδέν πλέον. Περισσότερα όμως επ΄αυτού θα είπωμεν κατά την συζήτησιν του θέματος αυτού στον οικείο τόπο. 


Τ'ο πρόβλημα της ενότητος της Εκκλησίας δεν είναι παρωνυχίδα και πρέπει να εφελκύει πάντοτε το ενδιαφέρον της Ι. Συνόδου.Σχίσματα και παρασυναγωγές καλόν είναι να προλαμβάνονται, άλλως να αντιμετωπίζονται αμέσως διότι η ανοχή των προκαλεί μεγάλους κινδύνους σε βάρος της ενότητας της Εκκλησίας. Μια τέτοια πληγή είναι και το Παλαιοημερολογιτικό Ζήτημα, με το οποίον θα ασχοληθή επίσης η παρούσα ΙΣΙ. Το ζήτημα τούτο τείνει να προσλάβει επί των ημερών μας διαστάσεις, ενω εξάγεται τόσο στη Διασπορά, όπου ευρίσκει έδαφος ανάπτυξης, όσο και στις ομόδοξες χώρες της Βαλκανικής κάνοντας -όπως ισχυρίζονται- ζημία εναντίον των κανονικών δομών των Εκκλησιών, που αχίζουν να ανησυχούν με τη διεύρυνση της λαϊκής βάσεως των σχισματικών παρατάξεων. Επείγει η Εκκλησία να αναλάβει ένα αποφασιστικό ρόλο στην επούλωση του τραύματος στο σώμα της, και με βάση καθαρώς εκκλησιολογικά κριτήρια να προχωρήσει τολμηρά σε υπόδειξη λύσεων, που τελικά θα θεραπεύσουν την πληγή και θα επαναφέρουν την ποθητή γαλήνη στους κόλπους της. 


Στα πλαίσια της ανασυγκρότησης της διοικήσεως μας εντάσσεται και η άμεση ενεργοποίηση των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας. Η ΙΣΙ, αυτό το ανώτατο όργανο διοίκησης, πρέπει κατά τους Κανόνες να συνεδριάζει δις τουλάχιστον του έτους για να επιλαμβάνεται ζητημάτων πίστεως και τάξεως που αναφαίνονται στη ζωή της Εκκλησίας. Η σύγκλησή της οφείλει να σηματοδοτή κάθε φορά ένα σημαντικό βήμα στην προώθηση μέτρων, που απευθύνονται στο σύγχρονο άνθρωπο και αποβλέπουν στον ορθό προσανατολισμό του, εμπρός στη σύγχυση που τον παραδέρνει. Η φωνή της Ιεραρχίας οφείλει να είναι προφητική και αδέσμευτη, μετά παρρησίας λαλούσα την αλήθεια και μη υποκύπτουσα σε σκοπιμότητες. Αλλά για να λειτουργήσει έτσι η ΙΣΙ χρειάζεται την υποστήριξη ενός εκσυγχρονισμένου οργανωτικού σχήματος, με την αναγκαία υποδομή και προεργασία επί των θεμάτων, με έγκαιρη κοινοποίηση των εισηγήσεων στα μέλη της, με τη διεξαγωγή συζητήσεων σε βάθος και ποιότητα, με ομάδες εργασίας, με την άνετη ανταλλαγή απόψεων, με την παρουσία ειδικών συμβούλων. Το σώμα της ΙΣΙ πρέπει να λειτουργεί με βάση τους ι.Κανόνες, αλλά και τις σύγχρονες μεθόδους λήψεων αποφάσεων. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, τότε η ΙΣΙ μετατρέπεται, όπως μέχρι σήμερα, σε σεμινάριο διαλέξεων για την επιμόρφωση των Ιεραρχών. Ευχής έργο είναι να ευρίσκεται η ΙΣΙ σε συνεχή επιφυλακή εν όψει των πελωρίων και ζωτικών για το λαό μας προβλημάτων της καθημερινότητας, και σε άμεση επαφή με τις εξελίξεις της ζωής, που απαιτούν τον γενικό συμπροβληματισμό των υπευθύνων ταγών. Όταν θα συνέρχεται η ΙΣΙ πρέπει τούτο να σηματοδοτεί ένα μείζον γεγονός για την ιστορία του τόπου. Απήχηση αυτού του πνεύματος είναι και το θέμα με το οποίο θα ασχοληθή η παρούσα ΙΣΙ περί της υπό της Εκκλησίας ιδρύσεως παιδικών σταθμών προς υποστήριξη των πτωχών και πολυτέκνων οικογενειών προς αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Είναι ανάγκη να σκύψει ακόμη περισσότερο η Εκκλησία πάνω από τα μεγάλα σημερινά κοινωνικά προβλήματα και να προσφέρει μια χείρα βοηθείας στον αγωνιζόμενο οικογενειάρχη, τον εργαζόμενο άνθρωπο, τον αγωνιώντα νέο. Τίποτε δεν γίνεται χωρίς θυσίες και κόπους. Και η πρόταση που θα ακούσουμε για την ίδρυση παιδικών Σταθμών κινείται προς την κατεύθυνση αυτή, με παράλληλη ανάπτυξη ενός σοβαρού παρεμβατικού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας. 


Ακόμη επιβάλλεται η αναβάθμιση του κύρους των Επισκόπων, και η επικράτηση αξιοκρατικών κριτηρίων κατά την ανάδειξή των. Πρέπει επιτέλους να τονισθή η ανάγκη να δίδεται η εικόνα της επιλογής των αξιοτέρων με βάση ένα σύστημα δικαίας αξιολόγησης της προσφοράς εκάστου υποψηφίου, ώστε να μην ευνοούνται μόνον οι εν Αθήναις διακονούντες και εκείνοι που αναλίσκονται στο ποιμαντικό έργο εν ταις επαρχίαις και μάλιστα αυτοί κατά προτίμησιν. Επείγει επίσης η δημιουργία προϋποθέσεων εγκυρότητος του Σώματος, η εκ των πραγμάτων επαφή του οργάνου με την πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ικανοποιεί η απλή συμπόρευσή του με τα προβλήματα της εποχής. Η Εκκλησία έχει τη δύναμη να τα υπερβαίνει, ιχνηλατώντας, με βάση τη θεία Αποκάλυψη, το δρόμο της σωστής αντιμετώπισής των. Αυτός είναι και ο λόγος των πρώτων τροποποιήσεων, στις οποίες έχομεν εν σχεδίω προέλθει του Κανονισμού λειτουργίας της ΙΣΙ, και οι οποίες θα τεθούν προς έγκρισιν ενώπιον της παρούσης ΙΣΙ. Πρόκειται για ρηξικέλευθες μεν αλλαγές και για πρωτοπορειακές καινοτομίες που ελπίζομε να τύχουν της συνοδικής εγκρίσεως σαν ένα πρώτο βήμα για να σηματοδοτήσουν την απαρχή μιας νέας πορείας του συνοδικού αυτού οργάνου της Εκκλησίας μας. 


Είναι εξ άλλου αδιανόητο να μη λειτουργούν οι υποστηρικτικοί της ΙΣΙ θεσμικοί οργανισμοί, όπως είναι οι Συνοδικές Επιτροπές, που έχουν ουσιαστικά ατονήσει. Διότι ούτε αυτές λειτουργούν κανονικά, ούτε και οι μηχανισμοί που εξασφαλίζουν τον έλεγχο της εφαρμογής και εκτέλεσης των λαμβανομένων συνοδικών αποφάσεων υπάρχουν. Το αποτέλεσμα είναι, ότι σήμερα χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, η ΙΣΙ πολύ απέχει από του να λύει τα ζητήματα. Δυστυχώς δεν υπήρξεν επαρκής χρόνος απο της εκλογής μας μέχρι σήμερα προς αντιμετώπιση και αυτού του προβλήματος, διό και δεν είμεθα έτοιμοι να φέρωμεν ενώπιον της παρούσης ΙΣΙ σχέδιο αναδιοργανώσεως των ΣΕ τουτέστιν αναζωογονήσεως και αφυπνίσεως αυτών από της νάρκης στην οποίαν αι πλείσται εξ αυτών έχουν από ετων περιπέσει. Τα επιτελικά ταύτα όργανα της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να λειτουργούν συνεχώς και να εξασφαλίζουν στην εκκλ. διοίκηση εμπεριστατωμένες και μετά διεξονυχιστική μελέτη εισηγήσεις επι θεμάτων των αρμοδιοτήτων των, ουσιαστικά είτε υπολειτουργούν, εξαιρέσει ελαχίστων, είτε δεν λειτουργούν διόλου. Ενδεικτικό είναι το παράπονο αρκετών εκ των αρχιερατικών και λαϊκών μελών των, που εκλήθησαν προ τριών μηνών ν'αποφανθούν, κατόπιν προτάσεώς μας, περί της διευρύνσεως των τομέων ευθύνης των ΣΕ εις τις οποίες τυπικώς μετέχουν, ότι διά πρώτην φοράν εκαλούντο εις συνεδρίασιν μετά παρέλευση 4 ή και περισσοτέρων ετών. Η κατάσταση πρέπει το ταχύτερον να αλλάξει και το ανανεωτικό και εκσυγχρονιστικό πνεύμα να πνεύσει και στο χώρον αυτόν. Αλλά και η ΔΙΣ, πρέπει να προσφέρει ό,τι θα ανέμενεν κανείς από ένα διαρκές σώμα, που από τη φύση του επιβάλλεται να λειτουργεί συνεχώς και όχι κατά αραιά διαστήματα, με άγρυπνο μάτι προσηλωμένο στα γεγονότα. Αυτό, αν επιτυγχάνετο, θα κινούσε ασφαλώς περισσότερο το ενδιαφέρον των αρχιερατικών μελών της, και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχικών διαδικασιών, παρά το μειονέκτημα του ανεπαρκούς χρόνου της ετήσιας θητείας των μελών της. Το σημείο αυτό λοιπόν ηθελήσαμε να διορθώσωμε κατά την πρώτη συνεδρία της υπό την προεδρίαν μας ΔΙΣ, εισηγηθέντες τον διπλασιασμό τον κατά μήνα συνεδριάσεών της, πράγμα το οποίον έγινε δεκτό. Για δε την ενημέρωση όλης της Ιεραρχίας επί των σοβαροτέρων αποφάσεων της ΔΙΣ καθιερώσαμε την εκάστοτε έκδοση αναλυτικού Δελτίου Τύπου, στο οποίο καταγράφονται οι μείζονος σημασίας αποφάσεις της ΔΙΣ. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκουμε να ικανοποιήσουμε το ενδιαφέρον των Ιεραρχών για τη λειτουργία του διαρκούς συνοδικού οργάνου και να υπερβούμε την κατάσταση ενημερώσεώς των μόνο από τον κοσμικό τύπο. Το δελτίο τούτο αποτελεί ήδη ένα μέσο τακτικής (μηνιαίας) και επίσημης ενημέρωσης των Ιεραρχών επί των λαμβανομένων εκάστοτε αποφάσεων της ΔΙΣ εκδιδόμενο από την Αρχιγραμματεία με αριθμόν πρωτοκόλλου και την σφραγίδα της Ι. Συνόδου, ώστε να καλύπτει με υπευθυνότητα και εγκυρότητα την ανάγκη αυτή. Παλαιότερα είχαμε υποστηρίξει την περιοδική ανανέωση της 12μελούς ΔΙΣ κατά το ήμισυ, ώστε να παραμένει πάντοτε ένας αριθμός 6 συνοδικών της προηγουμένης περιόδου με 6 της νέας ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο. Έτσι θα εξασφαλιζόταν καλύτερα η συνέχεια στην αντιμετώπιση των ζητημάτων και η τήρηση κοινής γραμμής σε όλα τα θέματα. Τούτο όμως απαιτεί τροποποίηση του Καταστατικού μας Χάρτου γι'αυτό και θα πρέπει να συνδυασθή και με άλλες τροποποιήσεις του θεσμικού αυτού κειμένου, που μελετάμε και θα φέρουμε ενώπιόν σας. 


Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι ο άμεσος εκσυγχρονισμός της λειτουργίας των Συνοδικών Υπηρεσιών και κατ'επέκτασιν των Μητροπολιτικών τοιούτων. Μέχρι σήμερα δεν κατωρθώθη η μηχανοργάνωσή των ει μη μόνο σε σπάνιες μεμονωμένες περιπτώσεις. Πολλά εξακολουθούν να διέπονται από πεπαλαιωμένες τεχνικές, ενω η πληροφορική με διστακτικά βήματα έχει προχωρήσει στο χώρο μας. Επείγει κατά ταύτα η προώθηση ενός ενιαίου συστήματος μηχανοργάνωσης, που θα εξυπηρετήσει όλες τις εκκλησιαστικές Υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, και προς την κατεύθυνση αυτή ελήφθησαν ήδη οι δέουσες συνοδικές αποφάσεις, προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά και να λειτουργήσει με σύγχρονο τρόπο η διοίκηση της Εκκλησίας. 


Σοβαρή εξ άλλου έλλειψη συνιστά σήμερα η απουσία συγκροτημένης Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας. Τα νομικά προβλήματα αντιμετωπίζονται πρόχειρα με τις φιλότιμες προσπάθειες μεμονωμένων δικηγόρων, χωρίς όμως να υπάρχει έγκυρη και επίσημη νομική έκφραση και παρουσία της Εκκλησίας. Κάθε εκκλησιαστικός οργανισμός εξυπηρετείται εκ των ενόντων με την επιστράτευση ιδιωτών κατά κανόνα δικηγόρων, που προσφέρουν τις υπηρεσίες των με αμοιβή σύμφωνα με το νόμο. Επιδίωξή μας είναι η δημιουργία μιας ενιαίας Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας που θα έχει τη δυνατότητα να επιλαμβάνεται των νομικών ζητημάτων της Εκκλησίας και των οργανισμών και Υπηρεσιών της σε κεντρικό επίπεδο. Οι αρνητικές βέβαια εμπειρίες εκ του παρελθόντος, όπου η νομική εκπροσώπηση της Εκκλησίας εστηρίζετο στη γνώμη ενός και μόνον ανθρώπου και η συγκέντρωση στο πρόσωπο αυτό όλων των νομικών αρμοδιοτήτων, υπήρξαν οδηγοί μας στην προσπάθεια να δώσουμε στην Εκκλησία μιαν έγκριτη Νομική Υπηρεσία, πλαισιωμένη από ικανά, αμειβόμενα και μή, στελέχη του νομικού και δικαστικού κόσμου, όπως προβλέπει ο ήδη έτοιμος σχετικός Κανονισμός, που πρόκειται λίαν προσεχώς να εγκριθή και δημοσιευθή. 


Πέραν όμως των τεχνικών προϋποθέσεων επείγει και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού μας. Η Εκκλησία μας, δόξα τω Θεώ, διαθέτει στελέχη σε όλες τις βαθμίδες του Κλήρου και στο λαό. Είναι κρίμα να παραμένουν όλοι αυτοί οι πολύτιμοι συνεργάτες μας στο περιθώριο και να καλούνται -όταν καλούνται- να μετάσχουν τυπικά σε όργανα που έχουν περιέλθει σε πλήρη αδράνεια, και τούτο σε μια εποχή όπως η δική μας, που χαρακτηρίζεται από την εξειδίκευση των θεμάτων και από την ανάγκη ποιοτικής προσφοράς και άρθρωσης ενός σοβαρού εκκλησιαστικού λόγου προς τα έξω. Πολλά στο χώρο αυτό γίνονται με ερασιτεχνισμό, η συνεχής επιμόρφωση απουσιάζει, ο συντονισμός των κινήσεων δεν υπάρχει, έκαστος ενεργεί χωρίς πρόγραμμα και συνεννόηση. Το αποτέλεσμα είναι να επικρατεί προχειρότης και μικρή αποδοτικότης. Είναι μεγίστη η ανάγκη αποκτήσεως από την Εκκλησία εξειδικευμένων στελεχών, με υψηλή κατάρτιση, με γνώση των συγχρόνων μεθόδων συνεργατικής και συντονισμένης δραστηριότητος για την προώθηση των υποθέσεων. Η ανάγκη αυτή ισχύει και για τα στελέχη της ιεραποστολής, για όλους τους συνεργάτες μας, που πρέπει να αντιληφθούν ότι παρήλθεν η εποχή των αυτοσχεδιασμών. Τώρα πρέπει όλοι αφ'ενός μεν να συνειδητοποιήσουν την ύπαρξη ενδιαφέροντος γι'αυτούς από μέρους της Κορυφής, αφ'ετέρου δε να αποκτήσουν τη γνώση που είναι απαραίτητη για την καρποφόρα άσκηση της αποστολής των. Με αυτή τη σκέψη εδόθη ήδη εντολή για την προετοιμασία πανελληνίων επιμορφωτικών Συνεδρίων για τους Ιεροκήρυκες, τους Πνευματικούς, τους Εφημέριους, τους Μοναχούς, τα στελέχη του Νεανικού έργου, τους Ιεροψάλτες, κλπ. με την ελπίδα ότι η επιθυμητή επιμόρφωση δεν θα παραμείνει σε επίπεδο απλής επιδίωξης, αλλά θα εγγίσει την καρδιά των προβλημάτων και θα συμβάλει στην ωριμότερη και επιτυχέστερη παρουσία όλων μας στην σημερινή δύσκολη κοινωνία. Με μεγάλη αγωνία διαπιστώνουμε ότι το ιεραποστολικό πνεύμα δεν έχει στις ημέρες μας αρκετούς θιασώτες. "Αι χώραι εισί λευκαί προς θερισμόν. Οι εργάται όμως ολίγοι". Γι'αυτό επείγει η αναζωπύρωση των χαρισμάτων και η έμπνευση στους νέους των ιεραποστολικών ιδεωδών, προκειμένου να ξαναγίνει η Εκκλησία μας μήτρα ιεραποστολής και λίκνο αποστολικής παράδοσης. 


Η Αποστολική Διακονία είναι ο βασικότερος επιτελικός οργανισμός της Εκκλησίας, έχει όμως απωλέσει από του 1977, διά του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου, τις περισσότερες από τις θεσμικές αρμοδιότητές της. Σήμερα είναι κατά βάσιν εκδοτικός οργανισμός, που χρειάζεται όμως ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για να ευδοκιμήσει. Είναι γνωστό ότι το κόστος των εκδόσεών της είναι υψηλότερο αναλόγων εκδόσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Και τούτο δεν είναι το μόνο πρόβλημά της. Ακολουθούν η ανάγκη του εκσυγχρονισμού του εκδοτικού μηχανισμού της, η αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, η εξασφάλιση νέων εγκαταστάσεων κλπ. Για όλα αυτά μελετά ειδική Επιτροπή της οποίας αναμένονται τα πορίσματα. Πρέπει να δοθούν στην Αποστολική Διακονία νέες πρωτοπορειακές δραστηριότητες όπως π.χ. η ευθύνη της εφαρμογής αναπτυξιακών προγραμμάτων της Ε.Ε., η διεύρυνση της δραστηριότητος της εξωτερικής ιεραποστολής κλπ. 


Η ανάγκη συμπόρευσης της Εκκλησίας μας με τα σύγχρονα προβλήματα επέβαλε τη σύσταση Επιτροπής Ιατρικής δεοντολογίας και Βιοηθικής. Έργον της μέλλει να είναι η από μερους ειδικών επιστημόνων επιλεγομένων με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια σε βάθος μελέτη των ηθικών κυρίως διαστάσεων των μεγάλων βιοηθικών προβλημάτων της Γενετικής Μηχανικής, αλλά και άλλων κανόνων ηθικής δεοντολογίας στην Ιατρική επιστήμη και η έγκυρη εισήγηση θέσεων και απόψεων τις οποίες η Εκκλησία θα επεξεργάζεται περαιτέρω προκειμένου να αρθρώνει στη συνέχεια ένα μελετημένο θεολογικό λόγο, τον οποίο αναμένει σήμερα η επιστημονική οικογένεια καθώς καλείται να αντιμετωπίσει πλήθος προβλημάτων με τα οποία συνδέεται η ανάπτυξη της Γενετικής Βιολογίας κυρίως. Ο τομέας αυτός είναι σπουδαιότατος και δεν πρέπει να απουσιάζει από τα ενδιαφέροντα της Εκκλησίας, η οποία μπορεί και πρέπει να διατυπώνει την βαρύνουσα άποψή της για τα θέματα της βιοηθικής, που ταλανίζουν τον άνθρωπο και απειλούν και αυτήν ακόμα την υπόστασή του. 


Το Διορθόδοξο Κέντρο είναι επίσης ένας αργών από ετών οργανισμός, που κτιριακώς συνεχώς φθείρεται, ενώ ουσιαστικώς απέχει πολύ από του να εκπληρώνει το σκοπό για τον οποίον ιδρύθη. Αυτό το κέντρο χρειάζεται άμεση νεκρανάσταση και αξιοποίηση για να αποτελέσει εργαλείο άσκησης μεγάλης εσωτερικής και εξωτερικής επίδρασης της Εκκλησίας μας. Μια νέα πνοή στο Κέντρο αυτό και μια εξ υπαρχής αναδιάρθρωσή του θα εχάριζε στην Εκκλησία μας ένα πολύτιμο μέσο δυναμικής παρουσίας στον ορθόδοξο και διορθόρδοξο κυρίως χώρο. 


Η Εκκλ.Εκπαίδευση και Επιμόρφωση

Κυττάζοντας προς το μέλλον του Γένους, που μας απασχολεί, βλέπουμε άμεση την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των στόχων μας και κυρίως εκσυγχρονισμού της εικόνας μας προς τα έξω, με παράλληλη ανακαίνιση και αναδιοργάνωση στο εσωτερικό μας. Συνεχώς επικρινόμεθα ότι ζούμε σε κόσμους ξεπερασμένους, με φαντασιώσεις και όνειρα ξεκομμένα από την πραγματικότητα. Σε μια εποχή όπου ο κόσμος τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς προς το μέλλον, δεν υπάρχει βαρύτερη κατηγορία από του να σε χαρακτηρίζουν στατικό και μουμιοποιημένο. Δεν νοείται όμως και μεγαλύτερη αδικία σε βάρος της Εκκλησίας, που με τη συνοδικότητα και τη συλλογικότητα μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της πυξίδα και στο λαό διέξοδο διαφυγής από τα αδιέξοδα. Γι'αυτό είναι αδήριτη ανάγκη ο εκσυγχρονισμός των αντιλήψεών μας, η επιστράτευση όλο και περισσοτέρων στελεχών, η δημιουργία νέων στελεχών, ώστε να εμπλουτισθούν τα υπάρχοντα, η αναδιάρθρωση των τρόπων επαφής μας με τη σύγχρονη πραγματικότητα του κόσμου, η υιοθέτηση των νέων μεθόδων επικοινωνίας μας μ'αυτόν και ιδίως με τη νεότητα. Οι ποιμαντικές μας ευθύνες είναι τεράστιες και μας επιβάλλουν να ομιλήσουμε τη γλώσσα των νέων μας για να τους κερδίσουμε, να τους αποδείξουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει τόσο η εμφάνισή τους όσο πρωτίστως η ψυχή τους, να τους πείσουμε ότι δεν στεκόμαστε στον κόσμο των φαινομένων, που συνήθως εξαπατά. Ευνόητον βέβαια είναι ότι για όλα αυτά απαιτείται διάκριση και αγάπη. Ευνόητο επίσης είναι ότι ό,τι ισχύει εδώ ενδεχομένως δεν ισχύει εκεί. Ο καλός ποιμήν θα επιλέξει κάθε φορά το πρέπον, το εφικτόν, το αποδοτικόν. Αλλά για όλα αυτά χρειάζεται νέο πνεύμα, νέα στελέχη, νέοι άνθρωποι. 


Του λόγου δε ήδη ελθόντος στη εξασφάλιση στελεχών, οφείλουμε να σας αναφέρωμε ότι στο διάστημα από Μαϊου μέχρι Σεπτεμβρίου ωλοκληρώσαμε επίπονες διαπραγματεύσεις με το Υπουργείον Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη δημιουργία του αναγκαίου νομικού πλαισίου προς ανακαίνιση και ανόρθωση της Εκκλ. Εκπαιδεύσεως, ώστε να καταστή θερμοκήπιο στελεχών. Επιδιώξαμε να πείσουμε το Υπουργείον ότι οι Σχολές αυτές πρέπει να γίνουν παραγωγικές Σχολές της Εκκλησίας. Προς τούτο επετύχαμε να έχει η Εκκλησία τον πρώτο και κύριο λόγο α) επί του προσωπικού και β) επί των προγραμμάτων σπουδών. Τούτο επετεύχθη διά της εξασφάλισης της προεδρίας των δύο σχετικών Συμβουλίων παρα τω Υπουργείω Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (Εποπτικού και Υπηρεσιακού) και της σύνθεσης αυτών κατά τρόπον εξασφαλίζοντα στην Εκκλησία την πλειοψηφία. Παράλληλα ετολμήσαμε να ζητήσουμε την αναβάθμιση των σπουδών στα μεν Λύκεια, στο επίπεδο των Ενιαίων Λυκείων της χώρας μας, που εφεξής θα λειτουργούν με αυστηρότατα κριτήρια βαθμολόγησης και επίδοσης των καθηγητών και των μαθητών, κατά τα πρότυπα της Ε.Ε., στις δε μέχρι τώρα Ανώτερες Εκκλ. Σχολές σε επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά το πρότυπο των ΤΕΙ. Θα ενημερωθήτε λεπτομερώς για το νέο σύστημα Εκκλ. Εκπαιδεύσεως που επιλέξαμε, ώστε να καταστήτε κοινωνοί αφ'ενός μεν του άλματος που εκάναμε, αφ'ετέρου δε και των κινδύνων που ελλοχεύουν, εάν δεν αποφασίσουν όλοι να εργασθούν για να αποδώσουν, ώστε να παύσουν τα σχολεία αυτά να είναι εν πολλοις καταφύγια προβληματικών ατόμων και να γίνουν, όπως οραματιζόμεθα, φυτώρια στελεχών και δη και κληρικών. Εγγίσαμε ήδη ως ελέχθη την τριτοβάθμια θεολογική εκπαίδευση, καθό έχομε εκ του Συντάγματος δικαίωμα, με την αναγωγή των υπαρχουσών Ανωτέρων Εκκλ. Σχολών σε Σχολές τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης 8 εξαμήνων, που μετονομάζονται σε Εκκλησιαστικές Θεολογικές Ακαδημίες, και ήδη διαθέτουμε 4 τριτοβάθμιες (σε επίπεδο ΤΕΙ) Θεολογικές Ακαδημίες. Αλλά περί τούτων επιφυλασσόμεθα να σας ενημερώσουμε λεπτομερέστερον στον οικείο χρόνο κατά την Ημερησία Διάταξη. 


Επίσης έχει ήδη συσταθή επιτροπή υπό την προεδρίαν μας για τη μελέτη της δυνατότητος ιδρύσεως και Πανεπιστημίου της Εκκλησίας. μετά τη γνωστή απόφαση του Σ.τ.Ε. που επιτρέπει στα ν.π.δ.δ. να ιδρύουν και να λειτουργούν ΑΕΙ. Πρόκειται για Πανεπιστήμιο και όχι μόνο για Θεολογική Σχολή, γεγονός που θα επηρεάσει, είμεθα βέβαιοι, την παρεχόμενη στη χώρα μας ανώτατη εκπαίδευση. Ωστόσο το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Από την πρώτη στιγμή προσέκρουσε σε νομικά εμπόδια, τα οποία δημιουργεί η επίμονη πρόθεσή μας να διατηρήσει η Εκκλησία τον έλεγχο επί των ιδρυμάτων της αυτών, τα οποία όμως, κατά το Σύνταγμα είναι αυτοδιοικούμενα και τελούν υπό την εποπτείαν του κράτους. Παρά ταύτα το ζήτημα μελετάται από ειδική Επιτροπή, τα πορίσματα της οποίας θα μας καθοδηγήσουν περί του πρακτέου. Το ζήτημα αυτό συνάπτεται και με τη σκέψη μας ιδρύσεως νοσοκομείου για τούς κληρικούς ή της εξασφάλισης κατ' άλλον τρόπο μιας ευπρεπούς και εγγυημένης περίθαλψης των κληρικών και μοναχών μας. Λεπτομέρειες θα είμεθα σε θέση λίαν προσεχώς να αναφέρουμε στην Ι. Σύνοδο. 


Στον τομέα της εξασφάλισης στελεχών εντάσσεται και η επιμόρφωση των υπαρχόντων στελεχών μας και δή των κληρικών. Προς επιμόρφωσή των έχουν ήδη δρομολογηθή, ως προελέχθη, κατόπιν συνοδικής αποφάσεως, πανελλήνια συνέδρια Ιεροκηρύκων, Εργατών νεανικού έργου, Πνευματικών, Εφημερίων, Μοναχών, Επικοινωνίας, Ιεροψαλτών κ.α. Παραλλήλως τα συνέδρια αυτά θα συμβάλλουν στην αμοιβαία γνωριμία των εργατών του Ευαγγελίου, θα τονώνουν την εμπιστοσύνην των προς την εκκλησιαστικήν των ηγεσίαν και θα δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες συνεργασίας όλων μας, με κοινούς στόχους και κοινές μεθόδους δραστηριοποίησης. 


Ραδιόφωνο Εκκλησίας, Τηλεόραση, Ιnternet 

Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση καθώς και το διαδίκτυο ΙΝΤΕΡΝΕΤ μας απησχόλησαν από των πρώτων ημερών. Και σε μεν το ΙΝΤΕΡΝΕΤ εισηγάγαμε ήδη την ομόφωνη συνοδική απόφαση και την Εκκλησία της Ελλάδος και την Ι.Αρχιεπισκοπή Αθηνών, που παράμεναν έξω από αυτό, ενώ ελάχιστες επαινετές περιπτώσεις Ι.Μητροπόλεων και μεμονωμένων ενοριών έχουν μέχρι τώρα εισέλθει. Έχετε δε ήδη στη διάθεσή σας μέσα στο φάκελλο που σας έχει δοθεί τις πρώτες "σελίδες" από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ της Εκκλησίας μας. Όλη η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο, γιατί τούτο συνιστά ένα διεθνή άμβωνα ακουόμενον ή και απλώς αναγινωσκόμενο από εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ανθρώπων. Στο προσεχές μέλλον η διακίνηση των ιδεών θα διεξάγεται, παρά τα μειονεκτήματά του, κατά βάσιν μέσω του ΙΝΤΕΡΝΕΤ και των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων. Ούτε καν η τηλεόραση μπορεί να τα συναγωνισθή. Είναι κρίμα να έχουν εισέλθει στο διαδίκτυο περιθωριακές και σχισματικές θρησκευτικές ενώσεις της Ελλάδος (Παλαιοημερολογίτες) και να απουσιάζει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Προσπαθήσαμε και επιδιώξαμε να χρησιμοποιήσουμε και την Αγγλική γλώσσα καθώς και τη ρωσσική για να καταστήσουμε τους θησαυρούς της Ορθοδοξίας πιο προσιτούς στους ξένους, που ενδιαφέρονται να γνωρίζουν πώς δρα και τι έχει να πη σήμερα η ελληνική Ορθοδοξία στα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα. Είμεθα βέβαιοι ότι σταδιακά θα προσχωρήσουν στο σύστημα τούτο και οι άλλες Ι. Μητροπόλεις, και θα τις βοηθήσουμε εμείς εις τούτο, ώστε να απαρτισθή η πιο άρτια εικόνα της Εκκλησίας στα μάτια των ανθρώπων που θέλουν να μάθουν γι'αυτήν. Το κόστος είναι ελάχιστο, η δε ωφέλεια μεγίστη. Πρέπει επι τέλους να εξέλθει η Εκκλησία από την αυτοαπομόνωσή της. Πρέπει να ανοιχθή στον κοινωνικό στίβο, να μιλήσει για όλα, να δώσει κατευθύνσεις, να ασχοληθή με τα μεγάλα προβλήματα του λαού μας, τα ναρκωτικά, την ανεργία, την εγκληματικότητα, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Να καταστήσει αξιόπιστη τη μαρτυρία της, ώστε να την επιζητούν οι άνθρωποι. Να χρησιμοποιήσει τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας για να κηρύξει το λόγο του Θεού.

Μελετάται ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της δορυφορικής ραδιοφωνίας με πανευρωπαϊκή εμβέλεια, ώστε ο Ρ.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος να ακούεται από εκατομμύρια ακροατών μέσα κι έξω από τη χώρα. Προς το παρόν γίνονται εργασίες για τη συντήρηση των μηχανημάτων, την αύξηση της εμβέλειας του ΡΣ με την τοποθέτηση αναμεταδοτών, και την ανύψωση της καταρριφθείσης κεραίας του, και ελπίζεται ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα βελτιώσουν την τεχνική υποδομή και θα συντελέσουν στην επέκταση της εμβελείας του ΡΣ. Ωστόσο η αναμόρφωση του προγράμματος του Ραδιοφωνικού μας Σταθμού μας απησχόλησε σοβαρά και κατά προτεραιότητα, για να καταστή πνευματικά ωφέλιμος και με ηυξημένη ακροαματικότητα. Πρέπει ο ΡΣ της Εκκλησίας να μπορεί να απαντά στα σύγχρονα προβλήματα των ανθρώπων. Ο ΡΣ μας έχει ανάγκην αναδιοργανώσεως εκ βάθρων. Πρώτα-πρώτα ειναι το πρόγραμμά του, που όπως είπαμε απαιτεί αναμόρφωση, αναβάθμιση, εκσυγχρονισμό. Σήμερα η ακροαματικότητά του κινείται σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Επιστρατεύουμε ήδη γνωστούς και καταξιωμένους πνευματικούς ανθρώπους ως συνεργάτες του Ρ.Σ. μας και διαμορφώνουμε το πρόγραμμά του με νέες εκπομπές που θα προσφέρουν αναβαθμισμένη πνευματική τροφή στους ακροατές. Συναφές όμως είναι και το οικονομικό πρόβλημα του Ρ.Σ. που εξακολουθεί να είναι δισεπίλυτο ενω μελετάται η αντιμετώπισή του.

Επίσης ασχολούμεθα και με το πρόβλημα αποκτήσεως τηλεοπτικού Σταθμού, που αποτελεί πάγιο αίτημα μεγάλης μερίδος θρησκευομένων ανθρώπων. Το ζήτημα μελετάται μετά προσοχής, για να αποφευχθούν πρόχειρες και ανέρειστες λύσεις που θα προκαλέσουν μάλλον κακό παρά καλό. Έχουν γίνει αλλεπάλληλες συσκέψεις και ανταλλαγή γνωμών, και αναζητείται η μάλλον συμφέρουσα εις την Εκκλησίαν λύση, που θα συνδυάζει σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Προηγείται η μελέτη του νομικού πλαισίου και έπεται σε βάθος έρευνα για τις τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους, καθώς και για το περιεχόμενο του προγράμματος. 


Κατά το διάστημα τούτο αρχίσαμε συστηματικές συνεννοήσεις για την αναμόρφωση των εκκλ. μας περιοδικών, και της εφημερίδος "Εκκλ. Αλήθεια" η εμφάνιση των οποίων είναι μάλλον αρνητική και πεπαλαιωμένη. Ελπίζουμε σύντομα να παρουσιάζουν μια ανανεωμένη μορφή. Ειδικά σε ό,τι αφορά στην "Εκκλ.Αλήθεια" εθέσαμε τις βάσεις για την πλήρη αναδιάρθρωσή της, ώστε να καταστή ευανάγνωστη και ελκυστική, αλλάζουσα πλήρως μορφή και περιεχόμενο. Φιλοδοξία μας είναι να εξελιχθή σε εφημερίδα της Εκκλησίας πωλούμενη στα περίπτερα και αποστελλόμενη σε συνδρομητές, ώστε να καλύπτει τα έξοδά της και να μη γίνεται φόρτωμα στον προϋπολογισμό της Εκκλησίας. 


Λειτουργική αναζωογόνηση - Συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου 

Το αίτημα για τη λειτουργική μας αναζωπύρηση και αναμόρφωση διατυπώνεται επ'εσχάτων με πολύ σοβαρό τρόπο. Έτσι επιτακτική, προβάλλει η ανάγκη για μια λειτουργική αναγέννηση καθώς και για την μείζονα αξιοποίηση του λαϊκού στοιχείου στην Εκκλησία. Και η μεν ανάγκη για λειτουργική αναγέννηση είναι εμφανής καθώς και απλοί άνθρωποι του λαού διαπιστώνουν ότι η Εκκλησία πρέπει να ψαύσει με ρεαλισμό ωρισμένες πτυχές της λειτουργικής μας ζωής και να τάμη οδούς που θα εξασφαλίζουν την βιωματική συμμετοχή των πιστών στα δρώμενα της λειτουργίας της Εκκλησίας. Το ζήτημα δεν είναι νέο, αλλά δεν είναι και εύκολο. Συγκρούονται το παληό με το νέο, η παράδοση με την πρόοδο. Στο χώρο αυτό κάθε καινοτομία πρέπει να ζυγίζεται καλά. Μη και από επιπολαιότητα προκληθή ζημία στην Εκκλησία, σκανδαλισμός στούς πιστούς. Το δε πρόβλημα της ενιαίας και ομοιόμορφης Τελετουργικής είναι συναφές, και αποβλέπει στο να γνωρίζουν οι πάντες "πώς δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι", και να λείψουν οι ποικίλοι αυθαίρετοι τρόποι του τελείν την Θ.Λειτουργία. και τις άλλες ιερές Ακολουθίες. Προς τούτο συγκροτήθηκε, με συνοδική απόφαση, ειδική Επιτροπή, τα πορίσματα της οποίας θα έλθουν ενώπιόν μας προσεχώς. Στην Ι. Αρχιεπισκοπή βέβαια καθιερώσαμε ήδη λειτουργικές τινές "μεταρρυθμίσεις" ή μάλλον ειπείν επιστροφή στη λειτουργική μας παράδοση με την εφαρμογή των πρώτων μέτρων που περιλαμβάνονται σε ειδικές Εγκυκλίους. 


Η δε συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στη ζωή της Εκκλησίας είναι επιταγή των καιρών και θα πρέπει να ρυθμισθή ομαλώς οίκοθεν πριν επιβληθή έξωθεν. Ζούμε σε εποχές που οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά των με επιμονή. Εάν δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους λαϊκούς της Εκκλησίας μας, τούτο πρέπει να οφείλεται στην έλλειψη σχετικού ενδιαφέροντος, ή στο σεβασμό των λαϊκών απέναντι στην Ιεραρχία της Εκκλησίας μας, η οποία και έχει εκ των Ι. Κανόνων το δικαίωμα να παραχωρεί σ'αυτούς τα όποια δικαιώματα κρίνει. Μας συμφέρει η εξ ενδιαφέροντος ελεγχόμενη ανάμειξη των λαϊκών στη ζωή της Εκκλησίας, πρώτα τη λειτουργική. Η απαγγελία φερ'ειπείν του Συμβόλου της Πίστεως και της Κυριακής προσευχής από όλο το εκκλησίασμα είναι ευχής έργο. Η συμψαλμωδία πάλιν ωρισμένων ευκόλων τροπαρίων επίσης. Η αναβίωση του θεσμού των διακονισσών ευκταία. Έπειτα η σύσταση Κληρικολαϊκών συνελεύσεων σε κάθε ενορία, έστω των πόλεων, με σαφώς καθωρισμένα δικαιώματα των ενοριτών συμμετοχής των στους προβληματισμούς των ποιμένων των, θα ήταν σημαντικό βήμα για την κίνηση του ενδιαφέροντος των. Και οι ποιμένες θα ένοιωθαν μεγαλύτερη ευθύνη και θα εφιλοτιμούνταν να εργασθούν εντατικότερα. Ταύτα πάντα συνιστούν προτάσεις προς μελέτη και επεξεργασία. 


Συναφές είναι το πρόβλημα της θεσμικής ούτως ειπείν εντάξεως των ιεραποστολικών Αδελφοτήτων στον κορμό της ποιμένουσας Εκκλησίας, ώστε να παύσει το φαινόμενο των ανταγωνισμών και πολλώ χείρον των υπονομεύσεων. Οι Αδελφότητες είχαν εσφαλμένην εκκλησιολογίαν, η οποία έβλαψε και αυτές και τα μέλη των, ενώ προσεπόρισε δεινά στις σχέσεις των με την ποιμένουσαν Εκκλησίαν. Προσέφεραν αναντιλέκτως μεγάλες ιεραποστολικές υπηρεσίες στον ελληνικό λαό, αλλά παράλληλα αλλοίωσαν πολλές πτυχές της ορθόδοξης πνευματικότητας, όπως την εβίωσαν και την εδίδαξαν οι Αγιοι Θεοφόροι Πατέρες μας. Νομίζομεν όμως ότι τώρα ωρίμασεν ο χρόνος για μια γενναία κίνηση της Εκκλησίας προς τις Αδελφότητες, που διαθέτουν κατά κανόνα ανιδιοτελή στελέχη εργατών του Ευαγγελίου. Ασφαλώς και "χωρούν" μέσα στον ιεραποστολικό χώρο της Εκκλησίας και ιδιωτικές τρόπον τινά πρωτοβουλίες, αλλ'υπό έναν όρον, να τεθούν υπό την ευλογίαν και έγκριση του Επισκόπου και να προσφέρουν υπηρεσίες με πλήρη υποταγή σ'αυτόν, χωρίς να εκλάβουν βέβαια την πρόσκληση αυτή ως ευκαιρία για να επεκτείνουν το πεδίο των σε βάρος της ενοριακής εργασίας.

Και θα πρέπει να καταθέσωμεν ενώπιόν σας ότι σε μια πρώτη υπεύθυνη από μέρους μας τοποθέτηση του προβλήματος ενώπιον εκπροσώπων δύο Αδελφοτήτων, που μας επεσκέφθησαν για να μας συγχαρούν επί τη εκλογή μας, συναντήσαμε πρόθυμη υποδοχή της προτάσεώς μας και τη διαβεβαίωση ότι αναμένουν με ειλικρινείς διαθέσεις την πρωτοβουλία μας για την ένταξη των δυνάμεών των στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Η Ι.Σύνοδος απεδέχθη τις σκέψεις αυτές και απεφάσισε να εγκαινιάσει διάλογο ευθύνης και αληθείας με τις Αδελφότητες. Δεν γνωρίζουμε ποίο θα είναι το αποτέλεσμα. Εάν όμως τελικά υπάρξει συμφωνία με τους όρους της Εκκλησίας, τότε μεγάλη μέλλει να είναι η ωφέλεια όλων. 


Η Εκκλησία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η αξιοποίηση από την Εκκλησία της ιδιότητος της χώρας μας ως ισοτίμου μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε την ίδρυση Γραφείου μας στις Βρυξέλλες. Το θέμα τούτο είχε από ετών καθηλωθή και δεν προχωρούσε, επειδή διαιωνίζονταν οι συνομιλίες μεταξύ των Εκκλησιών Κων/λεως και Ελλάδος, ενώ εχάνετο πολύτιμος χρόνος. Το ζήτημα διευθετήθη, όχι χωρίς δυσκολίες -και είναι περί τούτου σε θέση να διαβεβαιώσουν το Σώμα οι συνοδεύσαντες ημάς Ιεράρχες- κατά την πρώτην Ειρηνικήν επίσκεψίν μας στο Φανάρι τον περασμένο Ιούνιο, επί κεφαλής αντιπροσωπείας της Εκκλησίας μας. Τοτε συνεφωνήθη το βασικό πλαίσιο ιδρύσεως και λειτουργίας του Γραφείου μας στις Βρυξέλλες, εκ της ομαλής λειτουργίας του οποίου προσδοκούμε να είμεθα πλησίον των κέντρων λήψεως αποφάσεων που μας ενδιαφέρουν και παραλλήλως να αξιοποιούμε οικονομικά και κοινωνικά ευρωπαϊκά προγράμματα μεγίστης σημασίας και σπουδαιότητος, τα οποία μέλλουν να αναδείξουν την Εκκλησίαν μας σταθερό και μόνιμο παράγοντα μεγάλης κοινωνικής προσφοράς και συμβολής στην κοινωνική συνοχή και ενότητα. ΄΄Ηδη έχουν δρομολογηθή οι διαδικασίες για τη δημιουργία της αναγκαίας νομικής και τεχνικής υποδομής, προς ανάληψιν από την Εκκλησία μας προγραμμάτων κατάρτισης και επιμόρφωσης, ενώ από την κατά τον προσεχή μήνα Νοέμβριον επίσκεψή μας στις Βρυξέλλες προς συνάντηση τόσον του κ. Σαντέρ, όσο και άλλων Ελλήνων και ξένων παραγόντων της Ε.Ε. προσδοκάται ο εγκαινιασμός μιας νέας περιόδου αγαστών σχέσεών μας με την Ευρώπη και αξιοποιήσεως των πόρων της με διαφανείς διαδικασίες και με ίσες ευκαιρίες για όλες τις Ι.Μητροπόλεις που θα ήθελαν να επωφεληθούν. Και επιθυμούμε και στο σημείο αυτό να υπογραμμίσωμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Εκκλησίας μας, με πλήρη επίγνωση των ιστορικών και παραδοσιακών μας μεγεθών που μας συνοδεύουν ως λαό και ως Γένος καθ'όλη τη διάρκεια της μακραίωνος ιστορικής μας πορείας. Μεταβαίνομεν στην Ευρώπη όχι σαν πτωχοί συγγενείς, αλλά σαν λαός αρχόντων, δοκίμων χειριστών του πνευματικού πλούτου της Ευρώπης, και αντάξιων των μεγάλων προγόνων μας που έθρεψαν πνευματικά τους λαούς της Ευρώπης. Δεν θα πρέπει η Εκκλησία μας να απομονώσει τον Ελληνα από την Ευρώπη, ούτε όμως και να τον παραδώσει αθωράκιστο σ'αυτήν. Πρέπει να επιλέξει όχι τη Ρήξη αλλά την Πρόσληψη. Πρέπει δηλαδή να αποκτήσει εξωστρέφεια, να παύσει να μιλάει στον καθρέπτη της, να διαλεχθή με τον Ελληνα και με τον Ευρωπαίο, να βγη από την θερμοκοιτίδα του Ελλαδισμού. Πρέπει να υπερβή την άδικη αντίληψη ότι είναι μόνο για τελετές, για γάμους και κηδείες. Ο λόγος της δεν πρέπει να ορίζεται από την επικαιρότητα και μόνον, αλλά να την ορίζει. Αυτό θα συμβή μόνο αν μάχεται για αρχές καθολικής ισχύος και αν προωθεί τα θέματα του έθνους διά μέσου των αρχών αυτών. Η Ευρώπη και σήμερα αναμένει το λόγο της. Θα είναι κρίμα εάν, κατατριβόμενοι με εφήμερα και ευτελή, εγκαταλείψουμε τις μεγάλες ευθύνες μας έναντι της Ευρώπης και της Πατρίδος μας που δεν εκχωρούνται. Η σημερινή συγκυρία και η ιστορική αναγκαιότης απαιτούν τη ζωντανή παρουσία της Ορθοδοξίας διευρυμένων οριζόντων, έξω από το καζάνι όπου σιγοβράζουμε λίγο-πολύ όλοι μας. Αυτή την ορθόδοξη έκφραση είμαστε αποφασισμένοι να υλοποιήσουμε μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ευρώπη σήμερα. Γι'αυτό και προετοιμάζουμε με πολλή επιμέλεια το ταξίδι μας στην Ευρώπη, τις επικοινωνίες μας με ανώτατα στελέχη της, τις ομιλίες μας και τις επαφές μας. Θα συνοδευόμεθα, εκτός από αρμόδιους αδελφούς Επισκόπους, και από ομάδα εμπειρογνωμόνων που προϊστανται αξιολόγων τομέων της νέας ευρωπαϊκής διάρθρωσης της Εκκλησίας μας, που εντός του προλαβόντος θέρους κατηρτίσθη με στόχο την παρουσίαση στις Βρυξέλλες ενός άρτια ωργανωμένου εκκλησιαστικού μηχανισμού με δυνατότητες παρέμβασης στα κοινωνικά κυρίως προβλήματα της εποχής μας. Ευχηθήτε να επιτύχει αυτή μας η αποστολή. Για να εμφανισθούμε ως σοβαρός παράγων των κοινωνικών μεταλλαγών και εξελίξεων στη χώρα μας και στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Ανατ. Ευρώπης.


Ιδρυση Γραφείου του Πατριαρχείου μας στην Αθήνα 

Παραλλήλως συνοδικώς ενεκρίθη η ίδρυση Γραφείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις Αθήνας προς προώθησιν των υποθέσεών του. Το πάγιο τούτο αίτημα του Φαναρίου εκρίναμεν συνοδικώς ότι έπρεπε να ικανοποιήσωμεν, επειδή και λογικόν ήτο και πρακτικώς σημαντικό για το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Εμεριμνήσαμεν όμως για τη δημιουργία πλαισίου δράσεώς του, κοινής αποδοχής, εντός του οποίου θα κινείται ο Διευθυντής αυτού εν Αθήναις προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και άλλων ανεπιθυμήτων παρενεργειών. Τελικά το Γραφείον ωνομάσθη κοινή συναινέσει "Γραφείον εκπροσώπησης του Οικ. Πατριαρχείου" και ο υπεύθυνος αυτού "Διευθυντής αυτού". Εις το σημείον τούτο παρακαλούμε να μας επιτρέψετε να διατυπώσουμε το παράπονο ότι υπάρχουν στην Ελλάδα και αλλού διάφοροι κύκλοι, που αρέσκονται να αναμειγνύονται στα των σχέσεών μας με το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Οι κύκλοι αυτοί μεταδίδουν προς το Φανάρι συνήθως πληροφορίες που δεν είναι αληθείς, που μας εμφανίζουν ότι επιδιώκουμε να περιορίσουμε το Πατριαρχείο, να του κόψουμε ζωτικούς δήθεν χώρους, να το αποκλείσουμε από ο,τιδήποτε το ευνοεί. Με αποτέλεσμα να δημιουργούν κλίμα καχυποψίας προς ημας και αναλόγου αμυντικής τακτικής, που δυναμιτίζει κάθε αγαθή προσπάθεια. Οι κύκλοι αυτοί προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες και στο Πατριαρχείο και σε ημάς. Και δεν αντιστρατεύονται τα πρόσωπα, αλλά τους θεσμούς. Εναντίον αυτού του κλίματος αγωνιζόμεθα καθημερινώς και προσπαθούμε να αποτρέψουμε δυσάρεστες στις μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας σχέσεις, επειδή και σεβόμεθα και αναγνωρίζουμε την πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Θρόνου, και τον στηρίζουμε μετά πάθους και υπερασπιζόμεθα τις επιλογές του. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι είμεθα Αυτοκέφαλος Εκκλησία, που δικαιούται μαζί με τον σεβασμό της προς την πρωτόθρονη Κων/πολη να επιδιώκει την ικανοποίηση των καλώς νοουμένων πνευματικών συμφερόντων της χωρίς να παραβλάπτει ή να ζημιώνει εκείνη. Οι άνθρωποι που μετέρχονται την τακτική αυτή δεν αγαπούν ούτε το Πατριαρχείο ούτε την Εκκλησία της Ελλάδος. Ενσπείρουν ζιζάνια και δηλητηριάζουν τις σχέσεις μεταξύ των εκατάρωθεν προσώπων, για να επιχαίρουν μετά ταύτα για το επίτευγμά των. 


Εορτασμός του 2000 

Η εκλογή μας συνέπεσε με τα έσχατα χρονικά περιθώρια προετοιμασίας της Εκκλησίας μας για τη διοργάνωση των παγχριστιανικών εορτασμών και στη χώρα μας για τη συμπλήρωση 2.000 ετών χριστιανικής παρουσίας. Αμέσως επελήφθημεν του ζητήματος και συνεκροτήσαμεν ολιγομελή Επιτροπή για την επεξεργασία προγράμματος εκδηλώσεων της Εκκλησίας μας με κεντρικόν άξονα την άφιξη και περιοδεία του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα. Μιά πρώτη θεώρηση του σχεδίου αυτού έχετε ήδη στη διάθεσή σας.Υπολείπονται ωρισμένες προσθήκες και βελτιώσεις, ώστε να είμεθα σε θέση να αρχίσουμε την εφαρμογή του στην Εκκλησία μας περί τα τέλη του 1999. Στον εορτασμό θα κληθούν να συμμετάσχουν και όλες οι Ι.Μητροπόλεις μας, ενώ επιστρατεύονται ενορίες, η χριστιανική νεολαία, καλλιτεχνικοί κύκλοι, εκδοτικοί μηχανισμοί κλπ. Παραλλήλως μετέχουμε ως Ορθόδοξη Εκκλησία στους ανάλογους εορτασμούς που σχεδιάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στη Βηθλεέμ. 


Διάφορες άλλες δραστηριότητες 

Η ανάγκη δημιουργίας ευπρεπούς χώρου για τη φιλοξενία γερόντων Αρχιερέων, που θα απεφάσιζαν να παραιτηθούν της ενεργού Υπηρεσίας για να ζήσουν με ειρήνη και με όλες τις ανέσεις, δαπάναις της Εκκλησίας, όπως ήδη έχουν ζητήσει Ιεράρχες και άλλοι, μας ωδήγησε στη μελέτη του προβλήματος προκειμένου να εξευρεθή κατάλληλος τόπος και ετοιμασθή για την υποδοχή αυτών, καθώς και κληρικών παντός βαθμού που δεν έχουν εξασφαλισμένα ευπρεπή και άνετα γηρατειά. Η μελέτη προχωρεί και υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις που, μελετώνται ώστε το ταχύτερον να δοθή η πρέπουσα διέξοδος στο πρόβλημα αυτό. Επί τη ευκαιρία επιθυμούμεν να καταστήσωμεν σαφές ότι τα ανωτέρω δεν έχουν καμμίαν απολύτως σχέση με όσα κακοήθη και κακόβουλα είδαν προ ημερών το φως της δημοσιότητος περί δήθεν προθέσεώς μας να επιβάλωμε διά της Πολιτείας όριον ηλικίας. Πρόκειται για ανεύθυνη παραπληροφόρηση που αποβλέπει σε πρόκληση ανησυχίας και σύγχυσης. Η θέση μας επί του προκειμένου είναι από ετών γνωστή. Το όριον ηλικίας είναι μέτρο αντικανονικό, και προς την άποψη αυτή είμεθα στερρώς προσηλωμένοι για λόγους αρχών και συνειδήσεως. 


Παραλλήλως η Εκκλησία προωθεί το ζήτημα της ανεγέρσεως του νέου Συνοδικού Μεγάρου, η υπόθεσις του οποίου έχει τελματωθή. Ειδική Συνοδική Επιτροπή το μελετά και σε συνεργασία μαζί μας οριστικοποιήθηκαν τα προσχέδια και ετοιμάζονται τα πλήρη τελικά σχέδια, ώστε η έναρξη της θεμελίωσης να γίνει το Πάσχα του 1999. Υπάρχει ειδική εισήγηση που θα ακουσθή για την ενημέρωση της Ιεραρχίας. Ο φάκελλος με τη σχετική αρχιτεκτονική μελέτη ευρίσκεται ση διάθεσή σας και παρακαλούμεν να τον συμβουλευθήτε για να αισθανθήτε ικανοποίηση και χαρά. 


Η επίσκεψη του Πατριάρχου στην Εκκλησία της Ελλάδος θα πραγματοποιηθή περί τα τέλη Απριλίου 1999, μετά το Πάσχα. Ήδη ειδική Επιτροπή επιμελείται του προγράμματος των επισκέψεων του Παναγιωτάτου εις Αθήνας και εις Μητροπόλεις του βορείου χώρου. Η επίσκεψη αυτή θα είναι επίσημη και μεγαλοπρεπής και θα αποδοθούν στον Πατριάρχη τιμές που προσιδιάζουν τόσον από εκκλησιαστικής, όσον και από πολιτειακής πλευράς στο αξίωμά του. Θα λάβουμε όλα τα μέτρα ώστε η επίσκεψη αυτή να είναι αντάξια της αγάπης της Εκκλησίας μας και του κλήρου και λαού μας προς τον Πατριάρχην του Γένους. 


Με συνοδικές αποφάσεις καθιερώθη η επέτειος της τιμής προς τη μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας μας κατά την Κατοχή και προς τονισμόν της μεγάλης συμβολής της εις τα μετόπισθεν προς σωτηρίαν του λιμώττοντος ελληνικού λαού και προς διαμεσολάβησιν παρά ταις αρχαίς Κατοχής υπέρ ομήρων και μελλοθανάτων. 


Απεφασίσθη η τακτική οικονομική ενίσχυση των πτωχών Ι.Μητροπόλεων, ώστε να αντιμετωπίζουν με αξιοπρέπεια τα λειτουργικα των τουλάχιστον έξοδα. Μελετώνται κριτήρια αντικειμενικά και διαφανής τρόπος χρηματοδότησης από την Οικονομική Υπηρεσία που θα καταστρωθούν σε ετοιμαζόμενο Κανονισμό, που θα ισχύει ευθύς ως ψηφισθή. 


Υπάρχει έτοιμος και έτερος Κανονισμός, αυτός που συγκροτεί και διέπει τη λειτουργία της Οικονομικής Υπηρεσίας. Με αυτόν λαμβάνεται μέριμνα για διαφάνεια στη διαχείριση των χρημάτων της Εκκλησίας και για αποτροπή επανάληψης γεγονότων και καταστάσεων που υπήρξαν και εταλάνισαν την Εκκλησίαν. Ετσι εισάγεται ο θεσμός της εσωτερικής επιθεώρησης και του ελέγχου των υπολόγων, και προσδοκάται ότι η ορθή λειτουργία του νέου αυτού θεσμού θα αποτρέψει την εμφάνιση στοιχείων καταχρηστικής άσκησης της διαχείρισης και της διοικητικής εξουσίας από μέρους των εντεταλμένων οργάνων. 


Τέλος ευρίσκεται σε εξέλιξη μια σειρά άλλων μέτρων που ήδη μελετώνται όπως π.χ. η σύσταση Οίκου του Ευεργέτου του Γένους, η ίδρυση Ειδικού Ταμείου για την ενίσχυση και στήριξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η ίδρυση από την Εκκλησία σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κλπ. Μέ όλα αυτά και άλλα πολλά ετοιμάζεται το έδαφος για μια δυναμική παρέμβαση της Εκκλησίας στα κοινωνικά δρώμενα. 


Ο οικονομικός έλεγχος

Στην Αρχιεπισκοπεία μας κληροδοτήθηκε από τα προηγούμενα χρόνια ως εκκρεμούν ζήτημα το θέμα του εν εξελίξει τότε οικονομικού ελέγχου, και βρεθήκαμε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε με κάθε δυνατή περίσκεψη κάθε πτυχή του, που, όπως είναι φυσικό, ένεκα της εμπλοκής σ'

Thursday the 14th.